Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Εικόνες ή «brand names»; - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Εικόνες ή «brand names»;

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

«Γιατί φέρνουν ένα αντίγραφο μιας θαυματουργού εικόνας της Παναγίας; Δεν έχουν ήδη εικόνα Της στον ναό τους;» Η απορία ενός νεόφυτου χριστιανού στην Άπω Ανατολή για κάτι σχετικό που διάβασε στο διαδίκτυο δεν φανερώνει αναγκαστικά έλλειψη ευλάβειας. Μπορεί να μας καλεί να εξηγήσουμε όσα θεωρούμε αυτονόητα: ποιον τιμούμε όταν προσκυνούμε μια εικόνα, τι προσδοκούμε από την έλευση ενός αντιγράφου και πώς συνδέεται αυτή η τιμή με την καθημερινή ζωή της κοινότητάς μας;

Η θεολογική αφετηρία είναι σαφής: «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει», όπως επαναλαμβάνει η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Το πρωτότυπο εδώ είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, όχι η παλαιότερη σανίδα που αντιγράφει ο αγιογράφος. Προσκυνώντας μια εικόνα της Θεοτόκου, τιμούμε την ίδια, όχι τη φήμη του αντικειμένου. Η σχέση μας μαζί της δεν εξαρτάται από την αναγνωρισιμότητα της συγκεκριμένης παράστασης.

Ασφαλώς, η αντιγραφή τιμώμενων εικόνων δεν αποτελεί σύγχρονη επινόηση. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση για την αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας στη Λύδδα, ο άγιος Γερμανός, ο μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παρήγγειλε αντίγραφό της, το οποίο απέστειλε στον Πάπα Ρώμης κατά την Εικονομαχία. Η διήγηση συνδέει και το αντίγραφο με θαυμαστές θεραπείες.

Σε μεταγενέστερο, ιστορικά τεκμηριωμένο πλαίσιο, αντίγραφο της Πορταΐτισσας των Ιβήρων μεταφέρθηκε από το Άγιον Όρος στη Μόσχα το 1648. Το αντίγραφο υποδέχθηκαν πανηγυρικά ο Τσάρος και ο Πατριάρχης. Αντίστοιχα, η Μονή Κύκκου καταγράφει την παρουσία στη Ρωσία, κατά τον δέκατο όγδοο και τον δέκατο ένατο αιώνα, εικόνων πανομοιότυπων με την Κυκκώτισσα. Τα παραδείγματα αυτά αποκλείουν μια συλλήβδην καταδίκη των αντιγράφων. Δεν μας απαλλάσσουν όμως από την ευθύνη να εξετάζουμε τι ακριβώς διδάσκουμε με τη σημερινή προβολή και υποδοχή τους.

Χρειάζεται πρωτίστως να διακρίνουμε το «αντίγραφο θαυματουργού εικόνας» από το «θαυματουργό αντίγραφο». Η πρώτη διατύπωση δηλώνει την προέλευση του εικονογραφικού προτύπου· η δεύτερη προϋποθέτει μαρτυρίες που δεν προκύπτουν από την πιστότητα της αντιγραφής. Άλλωστε, τιμούμε και εικόνες χωρίς καταγεγραμμένα θαύματα. Δεν προεξοφλούμε, λοιπόν, τη θαυματουργία επειδή αναπαράγουμε χρώματα, επενδύσεις και τάματα. Τα ζωγραφισμένα αφιερώματα παραπέμπουν στην ιστορία του αρχικού προσκυνήματος· δεν πιστοποιούν γεγονότα μπροστά στη νέα εικόνα.

Οι θαυματουργές εικόνες συνδέθηκαν και με την πρακτική του προσκυνηματικού ταξιδιού. Το προσκύνημα επικράτησε ως ευσεβής συνήθεια, χωρίς να μετατραπεί σε υποχρέωση για κάθε πιστό. Πάντοτε είχε συγκεκριμένες προϋποθέσεις και σκοπούς: προετοιμασία, προσευχή, μετάνοια, συμμετοχή στη λατρεία, γνωριμία με την εκκλησιαστική μνήμη και συνάντηση με την κοινότητα που διαφυλάσσει το προσκύνημα. Όχι αγορά ευλογίας, αλλά ευκαιρία αλλαγής ζωής.

Με την έλευση ενός αντιγράφου ας μη δημιουργούμε την εντύπωση ότι μεταφέρουμε αυτομάτως όλη την εμπειρία του προσκυνήματος ή εξασφαλίζουμε μια «ισχυρότερη» παρουσία της Παναγίας. Τι καταλαβαίνει ο νεόφυτος όταν η νέα εικόνα παρουσιάζεται με τρόπο που υποβαθμίζει σιωπηρά εκείνη που ήδη προσκυνεί; Μήπως ότι έως χθες η προσευχή του είχε μικρότερη αξία; Μήπως, αντί να καλλιεργούμε σχέση με τη Θεοτόκο, καλλιεργούμε προτίμηση σε ένα αναγνωρίσιμο όνομα;

Εδώ βρίσκεται ο προβληματισμός για τα «brand names», όχι σε κάποια αυθαίρετη απόδοση εμπορικών προθέσεων. Ας αναρωτηθούμε αν η προβολή της προέλευσης, η κατασκευή και η ενθρόνιση αφήνουν χώρο για ουσιαστική κατήχηση. Και ας προσέξουμε μήπως η ταπεινή εικόνα της ενορίας, ένα προσφυγικό κειμήλιο ή μια απλή δωρεά, φαίνεται ξαφνικά δεύτερης κατηγορίας. Δεν χρειαζόμαστε ανταγωνισμό ιερών αντικειμένων, αλλά βαθύτερη κατανόηση της τιμής που τους αποδίδουμε.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα ακόμη ουσιαστικότερο ερώτημα. Τον ζήλο, τον χρόνο, την οργανωτική προσπάθεια και τα χρήματα που διαθέτουμε για την κατασκευή, μεταφορά και πανηγυρική υποδοχή ενός αντιγράφου, θα μπορούσαμε να τα διαθέσουμε με ανάλογη προθυμία και για έναν άνθρωπο που υποφέρει; Να φροντίσουμε έναν ασθενή, να στηρίξουμε μια οικογένεια, να επισκεφθούμε έναν εγκαταλελειμμένο ηλικιωμένο; Δεν πρόκειται για λογιστική αντιπαράθεση ανάμεσα στην εικόνα και στον άνθρωπο. Πρόκειται για εξέταση των προτεραιοτήτων μας. Πόσο πολύ είναι απαραίτητο το αντίγραφο για τον ναό μας;

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θέτει ακριβώς αυτό το κριτήριο: δεν αρμόζει να τιμούμε τον Χριστό με πολύτιμα υφάσματα στον ναό και να τον παραμελούμε έξω, γυμνό και πεινασμένο. Δεν απορρίπτει τα αφιερώματα· ζητεί η ελεημοσύνη να τα συνοδεύει και να προηγείται. Η τιμή προς τον Χριστό δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη φροντίδα του πάσχοντος αδελφού.

Ας κατανοήσουμε, λοιπόν, την Εκκλησία ως κοινότητα ευχαριστιακής ζωής, προσευχής και έμπρακτης αλληλεγγύης, όχι ως διοργανώτρια θρησκευτικών εκδηλώσεων. Στον άνθρωπο που πονά δεν αρκεί να δείξω μια εικόνα και να του ευχηθώ να τον βοηθήσει ο Θεός. Χρειάζεται να τον πλησιάσω, να ακούσω χωρίς βιασύνη, να προσφέρω από τον χρόνο και τα αγαθά ή το υστέρημά μου. Να φροντίσω, όσο μπορώ, τις υλικές και πνευματικές ανάγκες του, χωρίς να μετατρέπω την προσφορά μου σε επίδειξη ή απαίτηση ευγνωμοσύνης.

Με αυτή την έννοια ας τολμήσω να γίνω γι’ αυτόν «Χριστός και Παναγία»: όχι υποκαθιστώντας τα ιερά πρόσωπα, αλλά μιμούμενος έμπρακτα την αγάπη του Χριστού και τη μητρική στοργή της Θεοτόκου. Ας μη χρησιμοποιώ την προσευχή ως άλλοθι αποστασιοποίησης. Ας προσευχηθώ μαζί του και ας παραμείνω δίπλα του. Ίσως χρειάζεται τρόφιμα, συντροφιά, βοήθεια σε μια δύσκολη υπόθεση ή έναν άνθρωπο που δεν θα εξαφανιστεί μόλις σβήσουν τα φώτα της πανηγύρεως.

Τελικά, γιατί σπεύδουμε με τόση ευκολία να δημιουργούμε αντίγραφα θαυματουργών εικόνων, αλλά δυσκολευόμαστε να δείξουμε τον ίδιο ζήλο για να γίνουμε μιμητές του Χριστού και να ακολουθήσουμε το παράδειγμα πίστεως, ταπεινώσεως και πνευματικού αγώνα της Θεοτόκου και των αγίων; Η απάντηση δεν απαιτεί λιγότερες εικόνες. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αντιγράφουμε τις μορφές τους. Είναι να αφήνουμε το παράδειγμά τους να μεταμορφώνει τη δική μας ζωή.

***

Icons or “Brand Names”?

“Why are they bringing a copy of a wonderworking icon of the Mother of God? Don’t they already have an icon of her in their church?” This question, asked by a newly converted Christian in the Far East about something he read online, does not necessarily reveal a lack of reverence. It may invite us to explain what we take for granted: whom do we honor when we venerate an icon, what do we expect from the arrival of a copy, and how does this honor relate to the everyday life of our community?

The theological starting point is clear: “The honor paid to the image passes to the prototype,” as the Seventh Ecumenical Council reiterates. Here, the prototype is the person depicted, not the older wooden panel that the iconographer is copying. When we venerate an icon of the Theotokos—the Mother of God—we honor her, not the object’s reputation. Our relationship with her does not depend on how recognizable a particular depiction is.

Certainly, copying venerated icons is no modern invention. According to the Church’s tradition concerning the icon of the Mother of God “not made by human hands” in Lydda, Saint Germanus, the future Patriarch of Constantinople, commissioned a copy, which he sent to the Pope of Rome during Iconoclasm. The account also associates the copy with miraculous healings.

In a later, historically documented instance, a copy of the Portaitissa icon of Iviron Monastery was brought from Mount Athos to Moscow in 1648. The Tsar and the Patriarch received it with great ceremony. Likewise, Kykkos Monastery records the presence in Russia, during the eighteenth and nineteenth centuries, of icons identical to the Kykkotissa. These examples rule out any blanket condemnation of copies. They do not, however, relieve us of the responsibility to examine what exactly we teach through the way we promote and receive them today.

Above all, we need to distinguish between a “copy of a wonderworking icon” and a “wonderworking copy.” The first expression identifies the source of the iconographic model; the second requires testimony that cannot be inferred from the faithfulness of the reproduction. After all, we also venerate icons with no recorded miracles. We cannot, therefore, presume miraculous power simply because we reproduce colors, decorative coverings, and votive offerings. Painted representations of those offerings refer to the history of the original shrine; they do not attest to events that have taken place before the new icon.

Wonderworking icons also became associated with the practice of pilgrimage. Pilgrimage became an established devotional custom without becoming an obligation for every believer. It always had particular prerequisites and purposes: preparation, prayer, repentance, participation in worship, an acquaintance with the Church’s living memory, and an encounter with the community that cares for the shrine. Not the purchase of a blessing, but an opportunity for a change of life.

When a copy arrives, let us not create the impression that we are automatically transferring the entire experience of pilgrimage or securing a “stronger” presence of the Mother of God. What does the new convert understand when the new icon is presented in a way that silently diminishes the one he already venerates? That until yesterday his prayer was somehow worth less? Might we be cultivating a preference for a recognizable name rather than a relationship with the Theotokos?

This is the concern behind the reference to “brand names,” rather than any arbitrary attribution of commercial motives. Let us ask whether the emphasis on provenance, production, and enthronement leaves room for meaningful catechesis. And let us take care lest the parish’s humble icon—a treasured heirloom brought by refugees or a simple donation—suddenly appear second-rate. We do not need competition between sacred objects, but a deeper understanding of the honor we give them.

There is, however, an even more fundamental question. Could we devote the same zeal, time, organizational effort, and money that we spend on producing, transporting, and ceremonially welcoming a copy to someone who is suffering, with comparable willingness? Could we care for someone who is ill, support a family, or visit an elderly person who has been abandoned? This is not a matter of setting the icon against the human person in a financial calculation. It is a matter of examining our priorities. How necessary is this copy for our church?

Saint John Chrysostom sets precisely this criterion: it is unfitting to honor Christ with precious fabrics inside the church while neglecting him outside, naked and hungry. He does not reject offerings; he asks that almsgiving accompany them and take precedence. Honoring Christ cannot be separated from caring for our suffering brother or sister.

Let us understand the Church, then, as a community of Eucharistic life, prayer, and practical solidarity, rather than as an organizer of religious events. It is not enough for me to show an icon to someone in pain and express the hope that God will help them. I need to draw near, listen without rushing, and give of my time and possessions—even from the little I have. I need to care, as far as I can, for their material and spiritual needs, without turning my offering into a display or a demand for gratitude.

In this sense, let me dare to become “Christ and the Mother of God” for that person: not by taking the place of these holy persons, but by putting into practice the love of Christ and the maternal tenderness of the Theotokos. Let me not use prayer as an excuse for keeping my distance. Let me pray with them and remain at their side. They may need food, companionship, help with a difficult situation, or someone who will not disappear once the lights of the celebration go out.

Ultimately, why are we so ready to produce copies of wonderworking icons, yet find it so difficult to show the same zeal in becoming imitators of Christ and following the example of faith, humility, and spiritual struggle set by the Theotokos and the saints? The answer does not call for fewer icons. The point is not simply to reproduce their likenesses. It is to allow their example to transform our own lives.

Δεν υπάρχουν σχόλια: