Τέκνα εν Κυρίω
αγαπητά,
Αύριον το πρωί
αναχωρούμεν από την ωραίαν, ιστορικήν και φιλόξενον Ελλάδα με την καρδίαν
γεμάτην αφ’ ενός μεν από θαυμασμόν δι’ όσα είδαμε και εζήσαμε κατά τας ημέρας
αυτάς εν τω μέσω υμών, αφ’ ετέρου δε από ευχαριστίαν δια την αυθόρμητον
εκδήλωσιν των πλουσίων αισθημάτων σας τόσον προς το πρόσωπόν μας, όσον και
κυρίως προς την Μητέρα Σας Εκκλησίαν, το Οικουμενικό Πατριαρχείον, του οποίου
ταπεινός Πρωθιεράρχης υπάρχομεν.
Τα αισθήματά Σας
αυτά μας συνεκίνησαν μέχρι των μυχίων της καρδίας μας και μας ενίσχυσαν, όσον
δεν ημπορείτε να φαντασθήτε, εις τον πνευματικόν μας αγώνα δια την επιβίωσιν –
και ακόμη περισσότερον δια την ζωήν- του ιερού θεσμού του Οικουμενικού
Πατριαρχείου και δια την συπλήρωσιν της υψηλής αποστολής του, η οποία είναι και
πρέπει να είναι αξία της ιστορίας του και των σημερινών αναγκών και απαιτήσεων.
Είναι δε η
αποστολή του Οικουμενικού θρόνου να αποτελή ούτος το ορατόν κέντρον της
Οικουμενικής ενότητος της Ορθοδοξίας και να εκπροσωπή και να εκφράζη την
ενότητα αυτήν.
Εις την ευθύνην
αυτήν ανταπεκρίθη μέχρι σήμερον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, πορευόμενον ανά
τους αιώνας «δια δόξης και ατιμίας, δια δυσφημίας και ευφημίας,…, ως
αγνοούμενον και επιγινωσκόμενον, ως αποθνήσκον και ιδού ζη, ως παιδευόμενον και
μη θανατούμενον, ως λυπούμενον αεί δε χαίρον, ως πτωχόν πολλούς δε πλουτίζον,
ως μηδέν έχον και πάντα κατέχον» (Β΄Κορ. 6,8-10).
Δια μέσω όλων
τούτων των εναλλαγών των περί αυτό καταστάσεων και όλων τούτων των ποικίλων
τοποθετήσεων απέναντί του, το Πατριαρχείον επέζησε και έζησε μέχρι σήμερον και
θα εξακολουθήση να ζη εφ’ όσον θα ενσαρκώνη την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας,
ως ολότητα αληθείας και ζωής, μακράν φυλετικών και εθνικών κριτηρίων και
στόχων.
Ευσεβείς Ορθόδοξοι
Έλληνες χριστιανοί,