Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Ἡ ἀμφιταλάντευση μεταξύ Πίστεως καί Ἐπιστήμης καί ἡ Θεανθρώπινη συνεργία - Παναγιώτης Ν. Γκουρβέλος


Ἡ ἀμφιταλάντευση μεταξύ Πίστεως καί Ἐπιστήμης
καί ἡ Θεανθρώπινη συνεργία
(Ἡ Θεία Κοινωνία πράγματι μεταδίδει τόν Υἱό (τοῦ Θεοῦ)

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνα κοινό ἀνθρώπινο σωματεῖο, ἀλλά ἀντίθετα εἶναι τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (Ρωμ. 12, 4-5, Α΄Κορινθ. 12, 12-31, Ἐφεσ. 1, 22-23, 4, 15-16), Κολασ. 1, 17-18, 24), μέ κεφαλή της τόν Κύριό μας Ίησοῦ Χριστό καί μέλη της ὅλους ἐμᾶς τούς βαπτισμένους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς (Μάρκ. 16, 16). Κατά συνέπειαν, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Θεανθρώπινος όργανισμός, εἶναι ἡ τελειοτάτη κοινωνία τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους, πού σώζει, ζωοποιεῖ καί ἀφθαρτίζει, διά τῆς παντοδυναμίας τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ,  τόν ἄνθρωπο. Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὀργανισμός Θεανθρώπινος καί ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ μέ τούς πιστούς Του, γιά τοῦτο, τά πάντα μέσα σ’ αὐτό τό Θεανθρώπινο Σῶμα, εἶναι καί αὐτά Θεανθρώπινα καί τελοῦνται ἀπαρεγκλίτως μέ τή συνεργία (συνεργασία) τῶν χριστιανῶν μέ τόν Κύριό τους Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Θεός δηλ. ἐνεργεῖ καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καλούμαστε νά συνεργήσουμε, νά συμπράξουμε μαζί Του γιά τήν σωτηρία μας.

 Ἡ Ἐκκλησία μας διά τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451 μ.Χ.) διακήρυξε τήν πίστη της στή Θεανθρωπότητα (στήν Θεία καί τήν ἀνθρώπινη φύση) τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, «τοῦ προαιώνιου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πού ἐν χρόνῳ ἔγινε καί υἱός τῆς Παρθένου Μαρίας», κρατώντας μέ τόν τρόπο αὐτό («ἑνώνοντας ἀσυγχύτως καί διακρίνοντας ἀδαιρέτως») τήν εὐαίσθητη ἰσορροπἰα ἀνάμεσα στόν Μονοφυσιτισμό καί τόν Νεστοριανισμό, στόν Ἀπόλυτο Προορισμό καί τόν Πελαγιανισμό, στή Θεοκρατία καί τόν ἀνθρωποκεντρισμό (Οὑμανισμό), στά Οὐράνια καί τά ἐπίγεια, στήν Πίστη καί τήν ἐπιστήμη.
Καί ποιά σημασία λοιπόν ἔχουν ὅλα αὐτά τά θεωρητικά γιά τήν καθημερινή μας ζωή;  Ἀντίθετα ἀπ’ ὅ,τι νομίζεται, ἔχουν μεγάλη σημασία. Γιά παράδειγμα, σχετικά μέ τήν φοβερή λοιμώδη νόσο, τήν ἐπιδημία τοῦ κορωναϊοῦ: Ἡ ἐπικίνδυνη αὐτή λοιμώδης νόσος μεταδίδεται μέ τήν στενή ἀνθρώπινη ἐπαφή (π.χ. χειραψία, ἀγκαλιές) καί μέ τό σάλιο πού έκκρίνεται (π.χ. βήχας, φτέρνισμα, φιλιά) καί τά ὁποῖα εὐνοοῦνται ἀπό τήν ἀθρόα συνάθροιση καί τήν πολύ κοντινή συνύπαρξη ἀνθρώπων σ’ ἕνα χῶρο, διαμηνύει ὀρθότατα ἡ Ἰατρική ἐπιστήμη. Καί κανένας φρόνιμος ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι κατά τίς συνάξεις στήν Ἐκκλησία δέν μεταδίδεται ἡ λοιμώδης αὐτή ἀρρώστια, ὅπως ἀκριβῶς μεταδίδεται καί μέσα ἀπό τίς κοσμικές, τίς μή θρησκευτικές συναθροίσεις. Καί ὅποιος χριστιανός ἐπιμένει πώς ἡ λοιμώδης αὐτή ἀρρώστια δέν κολλάει ἀπό τήν στενή ἐπαφή («τόν συγχρωτισμό») πού ὑπάρχει  στίς Ἐκκλησιαστικές συνάξεις, ἐπειδή ἐκεῖ ἐνεργεῖ ὁ Παντοδύναμος Θεός, ἄς σκεφθεῖ ὅτι ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπος, κατά τόν δεύτερο πειρασμό Του ἀπό τόν διάβολο στήν ἔρημο, ὅπου ὁ Πονηρός τοῦ εἶπε νά ρίξει τόν Ἑαυτό του κάτω ἀπό τήν ἄκρη τῆς στέγης τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, ἐπειδή οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀμέσως θά Τόν σηκώσουν στά χέρια τους καί θά Τόν σώσουν θαυματουργικά, ὁ Χριστός τόν ἀποστόμωσε ἀντιλέγοντάς του: «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου»(Ματθ. 4, 5-6). Ὅσοι λοιπόν πιστοί σκέφτονται μέ αὐτό τόν λανθασμένο καί ἀντορθόδοξο τρόπο, ἔχουν ἤδη προσχωρήσει ἀκουσίως ἤ ἑκουσίως στήν κακοδοξία τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τῆς Θεοκρατίας, τοῦ Ἀπόλυτου Προορισμοῦ.
Στήν ἀντίπερα ὄχθη βρίσκονται οἱ ἄθεοι, αὐτοί πού χωρίς φόβο Θεοῦ ἀποφθέγγονται ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία μπορεὶ νά μεταδώσει τήν λοιμική αὐτή ἀρρώστια, πού ἐπιφέρει τόν θάνατο στίς εὐπαθεῖς ὁμάδες τῶν συνανθρώπων μας (καρδιοπαθεῖς, πνευμονοπαθεῖς, νεφροπαθεῖς, ἡλικιωμένους). Ἀλλ’ ὅμως ἡ  Θεία Μετάληψη εἶναι «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν», κατά τόν Ἅγιο Ἰγνάτιο τόν θεοφόρο καί κατά τήν ἀκλόνητη καί καθολική πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας (πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Κυρίλλου Κωστοπούλου: «Θεία Κοινωνία καί Κορωνοϊός» http://orthodoxostypos.gr/. Σωστή καί ἔξυπνη ἡ σχετική ἀνάρτηση στό Διαδίκτυο: «Ἡ Θεία Κοινωνία πράγματι μεταδίδει τόν Υἱό (τοῦ Θεοῦ)». Ὁ Κύριός μας Ίησοῦς Χριστός, ὡς Θεός ἀληθινός, ἀσφαλῶς καί δέν εἶναι πρόξενος θανάτου, ἀλλά ἀντίθετα εἶναι ὁ χορηγός, ἡ Πηγή τῆς ζωῆς, αὐτῆς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς καί τῆς ἄλλης ζωῆς, τῆς αἰώνιας, τῆς μακάριας καί ἀθάνατης. Ἑπομένως, ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πρέπει ἄφοβα νά κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον». Οἱ ἄθεοι καί θρησκευτικά ἀδιάφοροι ἀδελφοί μας πού ἀσεβῶς ξεστομίζουν πώς ἡ Θεία Μετάληψη μπορεῖ νά γίνει αἰτία μετάδοσης τῆς φοβερῆς αὐτῆς λοιμώδους νόσου, τοποθετοῦν τόν ἑαυτό τους στόν ἀντιχριστιανικό χῶρο τοῦ Πελαγιανισμοῦ, τοῦ Νεστοριανισμοῦ καί τοῦ χωρίς Θεό ἀνθρωπισμοῦ.
Νομίζω λοιπόν, ὅτι καί στίς δύο προαναφερθεῖσες ἀντίθετες μεταξύ τους ἀντορθόδοξες καί αἱρετικές θεωρήσεις, ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἄρνηση τοῦ Θεανθρώπινου χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας καί κατά συνέπειαν μέ ἀνατροπή τῆς Ὀρθόδοξης ἀρχῆς τῆς Θεανθρώπινης συνεργίας (συνεργασίας) καί μέ ἐκτροπή  πρός δύο ἐξ ἴσου ἐπικίνδυνα ἄκρα: Α) τό κακόδοξο ἄκρο τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ ἤ Θεοκρατίας, πού ἀπορρίπτει καί συκοφαντεῖ τήν ἐκ Θεοῦ δεδομένη Ἰατρική Ἐπιστήμη (Σοφία Σειράχ 38, 6) καί ἰσχυρίζεται πώς ὁ πιστός ὀφείλει νά ἐπαφίεται μόνο στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ.  Β) τό αἰρετικό ἤ μᾶλλον ἄθεο ἄκρο τοῦ Πελαγιανισμοῦ, τοῦ Νεστοριανισμοῦ, τοῦ χωρίς Θεό ἀνθρωπισμοῦ, ὁ ὁποῖος περιφρονεῖ καί λοιδορεῖ τήν παντοδυναμία τοῦ Οὐράνιου Πατέρα μας, πού φανερώνεται ἀκατανίκητη («ἀπροσμάχητη») ἰδιαίτερα μέσῳ  τοῦ ὑπερφυοῦς καί φρικτοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θείας Κοινωνίας).
Ἡ Διοικοῦσα καί Ποιμαίνουσα Ἐκκλησία μας ὀρθῶς ἀποφάσισε, στή συνεδρία τῆς 16ης Μαρτίου, τήν λιτή καί σύντομη τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, τηρουμένων αὐστηρά τῶν κανόνων δημόσιας ὑγιεινῆς (ἄς ποῦμε, ἀνά 10 τ.μ. τῶν ναῶν, νά βρίσκεται ἕνας μόνο πιστός), προκειμένου νά κοινωνοῦμε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, κατά τίς ἐναπομείνασες Κυριακές τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καθώς καί κατά τήν μεγάλη ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, πού εἶναι καί ἡ Ἐθνική γιορτή τῆς 25ης Μαρτίου. Ἀμέσως μετά, μέ ἀπόφαση τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, ἀπαγορεύτηκαν προσωρινά, ἀπό τίς 16 ἕως τίς 30 Μαρτίου, χωρίς καθόλου νά ἀποκλείεται ἡ παράταση τῆς ἀπαγορευτικῆς ἐντολὴς, ὅλες οἱ ἱερές ἀκολουθίες στίς ἐκκλησίες καί βέβαια καί ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὁπότε ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάστηκε νά ὑπακούσει στήν Πολιτεία.
 Εἶναι ὅμως δίκαιο ἐδῶ νά λεχθεῖ πώς ἡ ἀπόφαση αὐτή τῆς Κυβέρνησης: α)δέν στρέφεται ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀποβλέπει στήν προστασία τῆς δημόσιας ὑγείας ἀπό τήν ἐπικίνδυνη αὐτή λοιμική νόσο (Σεβασμιώτατος μητροπολίτης Ἀργολίδος π. Νεκτάριος), β)ἡ ἀπαγόρευση τῆς Θείας Λατρείας στούς ναούς δέν ἔχει παντοτεινή ἰσχύ, ὁπότε ἀναμφισβήτητα θά ἦταν ἀπροκάλυπτος διωγμός τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά προσωρινή ἰσχύ («ἄχρι καιροῦ», καιροῦ κορωναϊοῦ) καί γ)ἐπιτρέπει τήν ἀκώλυτη τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν στά μοναστήρια μας.
Κλείνοντας θά ἔλεγα τά ἑξῆς: α)Νά δεχτοῦμε ὅλοι οἱ χριστιανοί αὐτή τήν φοβερή λοιμική νόσο ὡς ἐκ Θεοῦ τιμωρία, ὡς Οὐράνιο ἐπιτίμιο γιά τίς πολλές καί βαρειές ἁμαρτίες μας (Σεβασμιώτατος ποιμενάρχης τῶν Πατρῶν π. Χρυσόστομος), β)νά μετανοήσουμε μέ μετάνοια συντριπτική γιά τήν ἀπερίσκεπτη ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τήν σωτήρια ὁδό τοῦ Πατρός ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, γ)νά ζητήσουμε εὐγενικά ἀλλά καί σταθερά ἀπό τήν Πολιτεία νά ἐπιτρέψει καί πάλι τήν τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν στούς ναούς μας ἤ τοὐλάχιστον τῆς Θείας Λειτουργίας (Θείας Εὐχαριστίας), τηρουμένων ἀπαρεγκλίτως τῶν κανόνων δημόσιας ὑγιεινῆς (ἄς ποῦμε, ἀνά 10 τ.μ. τῶν ναῶν, νά βρίσκεται ἕνας μόνο πιστός), ὅπως ἀκριβῶς ἔχει προβλεφθεῖ καί γιά τά super markets, ἔτσι ὥστε –καί πολύ σωστά- νά προμηθευόμαστε τήν ἀναγκαία γι’ αὐτήν τήν φθαρτή ζωή ὑλική τροφή καί δ)νά προσευχηθοῦμε θερμά στόν Κύριο, εἰδικά τήν περίοδο αὐτή τῆς Ἁγίας Σαρακοστῆς, νά ἄρει τό δίκαιο ἐπιτίμιό Του καί νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό αὐτή τήν τρομερή ἐπιδημία, ὥστε ὅλοι μαζί νά γιορτάσουμε λαμπρά τό Ἅγιο Πάσχα, ὅπως ταιριάζει, μέσα στίς Ἐκκλησίες μας. Ἀμήν!


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Παναγιώτης Ν. Γκουρβέλος
Καθηγητής -Θεολόγος


3 σχόλια:

Παπαδόπουλος Ανδρέας είπε...

Πολύ ωραία κ σωστά τα λέει ο καθηγητής μας κ.Γκουρβελος. Εύγε!!!!

Ανώνυμος είπε...

Σας ευχαριστούμε για την κατάθεση των θεολογικών σας γνώσεων.

Unknown είπε...

Συμφωνώ απόλυτα με τον κ Παναωγιωτη Ας ευχηθουμε μετά τις 30 Μαρτίου που λήγει και η απαγόρευση να αλλάξουν τα πράγματα.