|
Τῇ
ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· |
Την τελευταία μέρα της
γιορτής, την πιο λαμπρή, στάθηκε ο Ιησούς μπροστά στο πλήθος και φώναξε: |
|
Ἐάν
τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ
γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. |
«Όποιος διψάει, να ‘ρθει σ’
εμένα και να πιει. Μέσα από κείνον που πιστεύει σ’ εμένα, καθώς λέει η Γραφή,
ποτάμια ζωντανό νερό θα τρέξουν». |
|
τοῦτο
δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω
γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. |
Αυτό το είπε ο Ιησούς
εννοώντας το Πνεύμα που θα έπαιρναν όσοι θα πίστευαν σ’ αυτόν. Γιατί τότε
ακόμα δεν είχαν το Άγιο Πνεύμα, επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμα δοξαστεί με
την ανάσταση. |
|
πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες
τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· |
Πολλοί άνθρωποι από το
πλήθος, που άκουσαν αυτά τα λόγια, έλεγαν: «Αυτός είναι πραγματικά ο προφήτης
που περιμένουμε». |
|
ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ
Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; |
Άλλοι έλεγαν: «Αυτός είναι ο
Μεσσίας». Ενώ άλλοι έλεγαν: «Ο Μεσσίας θα ΄ρθει από τη Γαλιλαία; |
|
οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ
σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; |
Η Γραφή δεν είπε πως ο
Μεσσίας θα προέρχεται από τους απογόνους του Δαβίδ και θα γεννηθεί στη
Βηθλεέμ, χωριό καταγωγής του Δαβίδ»; |
|
σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο
δι' αὐτόν. τινὲς δὲ ἤθελον
ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ' οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας. |
Το πλήθος λοιπόν διχάστηκε
εξαιτίας του. Μερικοί απ’ αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, κανείς όμως δεν
άπλωσε χέρι πάνω του. |
|
Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς
τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· |
Γύρισαν, λοιπόν, πίσω οι
φρουροί στους αρχιερείς και στους Φαρισαίους, κι αυτοί τους ρώτησαν: |
|
Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. |
«Γιατί δεν τον φέρατε;» Οι
φρουροί απάντησαν: «Ποτέ δε μίλησε άνθρωπος όπως αυτός». |
|
ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! |
Τους ξαναρώτησαν τότε οι
Φαρισαίοι: «Μήπως παρασυρθήκατε κι εσείς; Πίστεψε σ’ αυτόν κανένα μέλος του
συνεδρίου ή κανείς από τους Φαρισαίους; Πιστεύει μόνο αυτός ο όχλος, που δεν
ξέρουν το νόμο του Μωϋσή και γι’ αυτό είναι καταραμένοι». |
|
λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς,
ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· |
Τότε ο Νικόδημος, που ήταν
ένας απ’ αυτούς, εκείνος που είχε πάει στον Ιησού νύχτα λίγο καιρό πριν, τους
ρώτησε: |
|
Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον,
ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ' αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; |
«Μήπως μπορούμε σύμφωνα με
το νόμο μας να καταδικάσουμε έναν άνθρωπο, αν πρώτα δεν τον ακούσουμε και δε
μάθουμε τι έκανε»; |
|
ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ·
Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας
οὐκ ἐγήγερται. |
Και αυτοί του είπαν: «Μήπως
κατάγεσαι κι εσύ από τη Γαλιλαία; Μελέτησε τις Γραφές και θα δεις πως κανένας
προφήτης δεν είναι να ‘ρθει από τη Γαλιλαία». |
|
Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε
λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ
σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς. |
Τότε ο Ιησούς τους μίλησε
πάλι και τους είπε: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου∙ εκείνος που με ακολουθεί δε
θα πλανιέται μέσα στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως που φέρνει στη ζωή». |
https://drive.google.com/file/d/1o4zzABoT8pF0M3kV6Ho46eXnxVtAWM12/view?usp=sharing
https://www.ymnologia.gr/files/pentikostario/PENT8-1.pdf
https://imks.gr/wp-content/uploads/2013/02/leitoyrgia_ioannou_xrysostomou-metafrasi.pdf
.png)
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου