Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Τι διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με την απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας; Γ’ μέρος - π. Βασίλειος Θερμός

 

Τι διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με την απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας; 

 Γ’ μέρος

 π. Βασίλειος Θερμός

4. Τα μυστικά της ιστορικής έρευνας - Αλλοιώσεις στην εκκλησιολογία – Οντολογική βαρύτητα των νοημάτων – Παρερμηνειών συνέχεια


Ευχαριστώ τον Ανδρέα για τις χρήσιμες διευκρινίσεις. Πράγματι, οι Πατέρες δεν είχαν διανοηθή να κάνουν δημόσια δήλωση υπέρ της εις επήκοον απαγγελίας, διότι αυτό αποτελούσε την διάχυτη και αυτονόητη πραγματικότητα. Οι μαρτυρίες τους όμως είναι συντριπτικές.

Επίσης έπραξε άριστα μνημονεύοντας την συνοδική εγκύκλιο του 2004. Όντως υπάρχουν παλαιότερες εγκύκλιοι που απαγορεύουν το εις επήκοον, αλλά εάν θέλουμε να μη διαβάζουμε τις πηγές μηχανιστικά θα πρέπει να προσέχουμε την ουσία. Και η ουσία είναι ότι όλες οι προηγούμενες εγκύκλιοι είτε δεν παρέθεταν αιτιολογία για την απαγόρευση είτε επεκαλούντο την μακραίωνη συνήθεια. Ουσιαστικά δεν ήξεραν οι τότε μητροπολίτες γιατί δεν πρέπει να ακούγονται οι ευχές, απλώς δεν ήθελαν να σκοτίζονται με το κατ’ αυτούς καινοφανές φαινόμενο. Πρόσθετη αιτία υπήρξε η πρακτική των οργανώσεων και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι πλήθος μητροπολιτών ήταν αντίθετοι σε αυτές. Ετσι τους χτυπούσαν στο συγκεκριμένο σημείο.

Το πιο εύγλωττο παράδειγμα υπήρξε η εγκύκλιος του 1956 η οποία υπήρχε σε όλα τα Ιερατικά μέχρι πρότινος, παραλειφθείσα ευτυχώς μετά την αναθεώρησή τους. Ως μοναδικό λόγο αποσιώπησης των ευχών ανέφερε την «ευταξία» και «ομοιογένεια». Ποιο είναι το παρασκήνιο εδώ; Ο Διονύσιος Ψαριανός είχε χειροτονηθή βοηθός επίσκοπος του Αθηνών, οπότε η πρακτική του να απαγγέλλει τις ευχές εις επήκοον γινόταν ορατή και ενοχλούσε. Τον κάνουν λοιπόν μητροπολίτη Κοζάνης για να φύγει από την Αθήνα και εκδίδουν την εν λόγω εγκύκλιο!

Όλα αυτά έλαβαν τέλος με την ιστορικής σημασίας εγκύκλιο του 2004, διότι για πρώτη φορά στα χρονικά η παραγγελία να ακούγονται οι ευχές είναι αιτιολογημένη, θεμελιωμένη πάνω στην συστηματική εργασία την οποία προσέφερε η Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως. Εννοείται βέβαια ότι από πολλούς δεν τηρείται, ούτε καν από τα μέλη της ΔΙΣ που την υπέγραψαν, δείγμα και αυτό της αδιαφορίας και της δύναμης της συνήθειας. Όμως τώρα υπάρχει πλέον κατοχυρωμένη βάση για όποιον επιθυμεί να το πράττει και είναι καλυμμένος συνοδικά. Τώρα παρήκοοι είναι η μεγάλη πλειονότητα των επισκόπων και των ιερέων. Αλλάζουν οι καιροί...

Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε προς όσους βαριούνται να σκεφθούν αλλά περιμένουν έτοιμα τσιτάτα. Η ιστορική γνώση δεν πέφτει σαν αποκάλυψη από τον ουρανό αλλά προκύπτει από μεθοδική εξερεύνηση των πηγών. Συγκεκριμένα, το αρχαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο ευχολόγιο είναι του 8ου αιώνα. Τότε όμως είχε αρχίσει η φθορά. Πώς θα μάθουμε τι ίσχυε στους πρώτους  7 αιώνες; Οι μόνες διαθέσιμες πηγές είναι τα πατερικά έργα. Με άλλα λόγια, δεν διαθέτουμε πηγές σαν τα σημερινά Ιερατικά που να περιέχουν οδηγίες πώς να αναγινώσκονται οι ευχές. Όλες οι πατερικές πηγές της εποχής μαρτυρούν ότι ακούγονταν και γνωρίζουμε ότι τον 6ο αιώνα άρχισε να φθείρεται η σπουδαία αυτή κληρονομιά, γι’ αυτό και αντέδρασε ο Ιουστινιανός. Από την εποχή των χειρογράφων, πλέον, οι Τρεμπέλας και Φίλιας, ερευνητές αυτοπροσώπως οι ίδιοι, μας πληροφορούν ότι βαίνουν παράλληλα και οι δύο συνήθειες, ώσπου εκλείπει η εις επήκοον απαγγελία.

Γιατί; Το αποδίδω στο μέγεθος των ναών – το Βυζάντιο τώρα είναι ισχυρό και χτίζονται μεγαλοπρεπείς ναοί. Η φωνή του λειτουργού είναι αδύνατο να φθάσει στην άκρη του ναού. Ταυτόχρονα, με την ανάπτυξη του μοναχικού τυπικού, συντίθενται χιλιάδες τροπάρια τα οποία, περνώντας στις ενορίες, επιμηκύνουν τις ακολουθίες. Τέλος, εγείρονται και τέμπλα. Όλα αυτά σπρώχνουν τις ευχές στο περιθώριο.

Ο π. Σωτήριος πράττει σωστά που αναφέρει τα μικρόφωνα. Πράγματι, θεωρώ ότι αποτελούν δώρο Θεού, το οποίο όμως αποδεικνυόμαστε ανίκανοι να διαχειριστούμε. Αντί να το χρησιμοποιούμε για να φθάσει η φωνή του λειτουργού σε όλες τις γωνιές του ναού (με ευλάβεια και ευκρίνεια, εννοείται, όχι θεατρικά), εξαντλούμε την χρησιμότητά του στο να ανεβάζουμε την ένταση και να γίνονται οι ψάλτες κουραστικοί. Έχοντας πλούσια πείρα από ναούς ανά την Ελλάδα έχω απογοητευθή από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται: επίδειξη, απώλεια κάθε μέτρου αισθητικής, έλλειψη διακρίσεως, κανένα νοιάξιμο για τους εκκλησιαζόμενους.

Επανερχόμενος, θεωρώ πως ίσως θα είχε αποφευχθή η συμφορά της εξαφάνισης των ευχών αν δεν είχε μεταβληθή σταδιακά η εκκλησιολογία. Είναι απαραίτητο να ναρκωθή η αυτοσυνειδησία για να φτάσει κάποιος να μην αισθάνεται το σοβαρό αυτό πρόβλημα. Χάρη στην ανάπτυξη του κληρικαλισμού, ατόνησε η ιδιότητα του λαϊκού. Βαθμιαία έφτασε να μην ὑπάρχει κάν ἡ ὑποψία ὅτι μέ τη χειροτονία τους (τό Χρῖσμα) οἱ λαϊκοί ἀναλαμβάνουν ἀναντικατάστατο καί διαλογικό ἔργο στή Λατρεία, ἀφοῦ προφέρουν καί τμῆμα τῆς Αναφοράς! Φυσικά δεν είμαι εγώ που ανακάλυψα τή σταδιακή στρέβλωση της εκκλησιολογίας η οποία συνέβη κατά τα μεσοβυζαντινά χρόνια (βλέπε Β΄ μέρος) - γι’ αυτή τη βαθμιαία μεταμόρφωση τῆς κύριας ἔννοιας τῆς σύναξης τῆς Ἐκκλησίας γράφει ο μεγάλος Σμέμαν τα εξής πολύτιμα:

«Ἀπό τίς ἀρχαῖες μαρτυρίες προκύπτει με σαφήνεια ὅτι οἱ πρῶτοι χριστιανοί βίωναν τή σύναξη τῆς Ἐκκλησίας ὡς τήν πρώτη συστατική πράξη τῆς Εὐχαριστίας, ὡς τήν ἀρχή καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση γι’ αὐτήν... Κατά τή βυζαντινή ἐποχή ἡ ἔμφαση μεταφέρθηκε σταδιακά ἀπό τή σύναξη τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀποκλειστική καί αὐτόνομη σημασία τοῦ κλήρου ὡς λειτουργοῦ τοῦ Μυστηρίου. Το Μυστήριο ἐτελεῖτο ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ καί γιά τον ἁγιασμό του - ἀλλ’ ἔπαυσε νά θεωρεῖται ὡς ἡ κατεξοχήν πραγμάτωση τοῦ λαοῦ σέ Ἐκκλησία.

Ἕνα ἀπό τά τελικά στάδια αὐτῆς τῆς ἐξέλιξης θα μποροῦσε νά εἶναι ἡ μεταφορά τῆς ὀνομασίας “ἱερές θύρες” ἀπό τήν κύρια εἴσοδο τοῦ ναοῦ στήν εἴσοδο τοῦ εἰκονοστασίου, ἀπ’ ὅπου ἀπαγορεύεται νά περάσει ἄλλος ἐκτός ἀπό τούς χειροτονημένους... Στην πρακτική τῆς μετάδοσης τῆς Θείας Κοινωνίας μπορεῖ κανείς πράγματι νά μιλήσει για μιά “ἐπανάσταση”, ἀφότου ἡ ἀντίληψη περί Θείας Κοινωνίας ὡς μιᾶς ὑπόθεσης προσωπικῆς ἐπεσκίασε τήν ἀρχική ἐκκλησιολογική καί λειτουργική της σημασία. Σέ θεολογικό ἐπίπεδο ἡ μυστηριολογική αὐτή λειτουργική εὐσέβεια ἐκφράζεται κυρίως μέ τήν ἰδέα τοῦ καθαγιασμοῦ ἤ τῆς μύησης, ἡ ὁποία στή βυζαντινή σκέψη ἀναδείχθηκε σέ κύρια, ἄν ὄχι καί μοναδική ἐκκλησιολογική κατηγορία...

Ἡ ἰδέα τοῦ καθαγιασμοῦ στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἡ συνέχιση και μεταφορά τῆς παλαιοδιαθηκικῆς ἰδέας περί καθαγίασης ὡς θείας ἐκλογῆς καί καθιέρωσης στή διακονία τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἡ μυστηριολογική ἀντίληψη περί μύησης ὡς μιᾶς προοδευτικῆς ἀνάβασης τῶν βαθμῶν ἑνός ἱεροῦ μυστηρίου. Ἀλλ’ ἦταν αὐτή ἀκριβῶς ἡ δεύτερη ἀντίληψη πού ἄρχισε σταδιακά νά διαπερνᾶ τή βυζαντινή συνείδηση, ὥσπου τελικά ἐπιβλήθηκε. Φυσικά, συνδεόταν στενά μέ τή νέα θεώρηση τῆς Λατρείας ὡς ἑνός καθαγιαστικοῦ Μυστηρίου, ὡς ἑνός μέσου ἀνύψωσης, διαμέσου τῆς μύησης, ἀπό τό βέβηλο στό ἅγιο, ἀπό τό ὑλικό στό πνευματικό, ἀπό τό ἐγκόσμιο στό ὑπερκόσμιο... Ἀρχικά αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ καθιέρωση ἀναφερόταν σ’ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, σ’ ὅλους τούς πιστούς.

Γιά τον Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη ὅλοι εἶναι ἱερωμένοι, σέ ἀντίθεση μ’ ἐκείνους πού δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία, τούς ἀνίερους. Τό Βάπτισμα καί τό Χρῖσμα ὁρίζονται λοιπόν ὡς «καθιερωτικά» Μυστήρια... Στο φῶς τῆς νέας θεώριας ἡ πλειονότητα αὐτῶν πού θεωροῦνταν πρίν “ἱερωμένοι”, τώρα εἶναι “ἀνίεροι”. Ἔχοντας γίνει ἕνα Μυστήριο ἡ Λατρεία ἄρχισε ἐπίσης νά τελεῖται ἀπό μυημένους, ἄρχισε ν’ ἀπαιτεῖ μια εἰδική μύηση. Ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό ἀνίερο ὄχι μόνο “ψυχολογικά”, ἀλλ’ ἐπίσης καί στήν ἐξωτερική της ὀργάνωση. Ἡ ἁγία τράπεζα καί τό ἱερό ἔγιναν ὁ χῶρος της καί ἀπό τήν πρόσβαση στό ἱερό ἀποκλείστηκαν οἱ ἀμύητοι».[1]

Κατά τή γνώμη μου, πρόκειται γιά σφάλμα ἀπότοκο τῆς παραμελήσεως τῶν Μυστηρίων, ἰδιαίτερα δέ τοῦ Χρίσματος καί τοῦ Ἁγιοπνευματικοῦ περιεχομένου του. Γενικευόμενα σε όλους ανεξαιρέτως το Βάπτισμα και το Χρίσμα, έπαψαν να συνοδεύονται από την επίγνωση της εντάξεως στο Σώμα του χριστού και της χειροτονίας των λαϊκών. Τό κέντρο βάρους μεταφέρθηκε στίς (νεο)πλατωνικές κατηγορίες (οἱ ὁποῖες ὁρολογιακά περιέβαλλαν καί στήριζαν τήν «θεωρία»). Έτσι η Λατρεία «ιδιωτικοποιήθηκε» -απώτερο καρπό αυτής της στρέβλωσης αποτελούν οι σημερινές προτροπές για νοερά προσευχή κατά τις στιγμές που ο λειτουργός διαβάζει τις ευχές κατ’ ιδίαν!

Οἱ χειρότερες στιγμές τῆς Θεολογίας εἶναι ἐκεῖνες κατά τίς ὁποῖες αἰσθάνεται τήν ὑποχρέωση να δικαιώσῃ θεολογικά α) είτε μια ἀπλή ἱστορική ἐξέλιξη, β) είτε μια πρακτική ἐπιλογή, γ) είτε μια παλιά παραμόρφωσή της την οποία τώρα δεν αναγνωρίζει ως τέτοια!

*

Στον αγαπητό και όντως ευγενικό Θεόδωρο ο οποίος επανέρχεται έχω να πω ότι αναρωτήθηκα αν όντως διάβασε όσα έγραψα για τον κανόνα 19 της εν Λαοδικεία συνόδου. Πρώτον, το φαινόμενο αυτό είναι μοναδικό και πουθενά αλλού δεν μαρτυρείται, ο δε πολύπειρος καθηγητής Φίλιας απλώς το μνημονεύει χωρίς να του αποδίδει βαρύτητα. Δεύτερον, οι πρωτοχριστιανικές μαρτυρίες περί του θέματος δεν είναι καθόλου πενιχρές. Τρίτον, θεωρώ βεβιασμένο το συμπέρασμά σας για την οσία Μελάνη, μοιάζει σαν προκαθορισμός του τι θέλετε να συμπεράνετε. Αλλά ας υποθέσουμε πως ήταν έτσι –είναι έτοιμοι οι αντιρρησίες από αύριο να αρχίσουν τον καθαγιασμό εις επήκοον; Μόνο αν το πράξουν θα είναι πιστοί στον Απόστολο Παύλο.

Ο κ. Παπαδημητρίου έχει αποδυθή σε ιδεολογικό αγώνα να στηρίξει τα αστήρικτα. Με περιλαμβάνει και μένα στους αποδέκτες των μελετών του, οι οποίες κατά την γνώμη μου πάσχουν σοβαρά. Διαβάζουν λάθος τις ιστορικές πηγές, διατρέχουν τους αιώνες εξισώνοντας ό,τι βρίσκουν χωρίς καμία μελέτη του πλαισίου, και γενικώς δεν διαλέγονται με εκείνους τους οποίους πολεμούν. Πρόκειται για κείμενα που απευθύνονται σε ομοϊδεάτες, κλεισμένα στην αυτάρκειά τους. Η δε πρόσφατη περιέχει τόσες ανακρίβειες και τόσα «τραβηγμένα από τα μαλλιά» προσωπικά του συμπεράσματα, ώστε δεν έχω καμία διάθεση να την ανασκευάσω.

Αν θελήσουμε να προσεγγίσουμε εκκλησιολογικά τη Λατρεία, θα χρειασθούμε εντελώς άλλη βάση από αυτή στην οποία συζητούμε σήμερα. Συνήθως ο δημόσιος προβληματισμός γύρω από την εις επήκοον ακρόαση των ευχών και την συμψαλμωδία-συναπαγγελία των πιστών, εξαντλείται σε ψυχολογικού ή πρακτικού τύπου επιχειρήματα: τι «αρέσει» γενικά στους λαϊκούς, τι «προτιμούν» στη συγκεκριμένη ενορία, τι εξυπηρετεί ως προς την διάρκεια της ακολουθίας, ποια τακτική είναι «ισορροπημένη» ώστε να αποφεύγονται τα «άκρα» κ.ο.κ. Επίσης αναπτύσσονται και εικασίες για το τι συμφέρει πνευματικά το εκκλησίασμα. Ελλείπει εντελώς μια αίσθηση της κοινής αποστολής όλων, βάσει της οποίας οι λαϊκοί έχουν οργανική συμμετοχή στη Λατρεία, την οποία είναι αδύνατο να εκχωρήσουν, ακριβώς όπως και οι κληρικοί! Καλούνται δηλαδή να αποκριθούν σε ορισμένα σημεία δια του ομόφωνου λόγου τους, ανεξάρτητα από την ψυχολογική διάθεση ή αρέσκεια/απαρέσκεια της στιγμής, προκειμένου να συγκροτήσουν την Εκκλησία. Και για να αποκριθούν, φυσικά, θα πρέπει να έχουν ακούσει τι λέει ο λειτουργός.

Να γιατί ο τρόπος της Λατρείας συνδέεται άρρηκτα με το Χρίσμα, το οποίο αποτελεί την χειροτονία των λαϊκών και που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τούς αναθέτει αποστολή. Mία από τις θεμελιωδέστερες αποστολές των πιστών, μεταξύ πολλών άλλων, είναι να απαρτίζουν και να φανερώνουν το Σώμα του Χριστού μέσω του τρόπου με τον οποίο λατρεύουν. Κάθε απομάκρυνση από αυτό το σκεπτικό, όσο εξευγενισμένα επιχειρήματα και αν προβάλλει, θα είναι πάντοτε καταδικασμένη να γεννά δύο τάξεις: των «εργαζομένων» στη Λατρεία κληρικών και των «καταναλωτών» της λαϊκών, με όσες συνέπειες η υποκειμενικότητα της καταναλωτικής επιλεκτικής προαίρεσης πάντοτε φέρνει μαζί της.

Αλλά πώς θα αποφύγουμε να βιωθή το δώρο της λατρευτικής ενεργού συμμετοχής των λαϊκών σαν μια επαχθής υποχρέωση; Μόνο αν αισθανθούμε την ευλογία η οποία τήν συνοδεύει: πρέπει απαραιτήτως να καταδειχθή το προνόμιο το οποίο προϋπάρχει της αποστολής και τήν εμπνέει. Αποκατάσταση των ευχών ουσιαστικά σημαίνει παλινόρθωση της κεχρισμένης κοινότητας και της συλλογικής προσευχής. Έχουμε τόσο απομακρυνθή ψυχικά από αυτό ώστε μας φαίνεται παράξενο, ίσως και επαχθές.

Αλλά αν οι ευχές τελούν υπό διωγμό, το νόημα στη σύγχρονη Λατρεία υφίσταται γενοκτονία. Αρχαίο γλωσσικό ιδίωμα, μετέωρες εκφωνήσεις με «εξαφάνιση» της ευχής που προηγείται, σιωπηρή και κατά συρροήν ανάγνωση των ευχών πριν από την φυσική τους θέση και αποσυνδεδεμένων από τις ομόλογες αιτήσεις τους, τέμπλο ως εμπόδιο στη θέα των τελουμένων, αυθάδη στοιχεία του μεταγενέστερου παλατίου (πολυχρονισμοί, μανδύας, φήμη), μουσική κακοποίηση του αποστολικού αναγνώσματος, αργές μελωδήσεις τροπαρίων σε ενορίες, ασθμαίνουσα ανάγνωση, απρόσεκτη εκφορά (η καλή άρθρωση στους κληρικούς και ψάλτες έχει καταντήσει δυσεύρετη) κ.π.ά. οδηγούν το εκκλησίασμα σε αποκαρδιωτική αποξένωση από το νόημα. Από κάποιους η Ορθόδοξη Λατρεία συνεχίζει να κατανοείται ως αντιτιθέμενη στη σκέψη και όχι ως συμπερίληψη και εξαγιασμός της σκέψης.

Ο μεγάλος θεολόγος, που πρόσφατα ανακηρύχθηκε Άγιος, π. Δημήτριος Στανιλοάε, μιλά εκπληκτικά για τα «εκκλησιαζόμενα» νοήματα, δηλαδή για την σκέψη που ξεδιπλώνεται μέσα και σε συνάρτηση με την Ευχαριστία. Έτσι προχωρεί σε μια τολμηρή τεκμηρίωση: «Μέσα στην ταυτότητα του λόγου τους ή την αναμφισβήτητη συμφωνία όλων πάνω στο κοινό κι ανώτατο νόημα όλων, οι πιστοί συναντιούνται με τον θείο Λόγο, Λόγο και ταυτόχρονα υπέρτατη Αγάπη… Τα νοήματα έχουν τη λειτουργία του συνδέσμου σαν κοινού φωτός. Έχουν ένα διαπροσωπικό χαρακτήρα. Περιέχουν την συνειδητή και δυνάμει κοινωνία - αφού είναι ένας δεσμός οντολογικός - και ωθούν προς μια συνειδητή και ενεργείᾳ πραγματική κοινωνία… Μέσα στην εσχατολογική ταυτότητα του λόγου όλων, μέσα στην πληρότητα των λόγων των πραγματικοτήτων, θα περιέχεται και η μετάδοση ανάμεσα σ’ όλους του ολόκληρου νοήματος, εκείνου που περιέχει όλα τα νοήματα, θα πραγματοποιηθή η κοινωνία όλων μέσα στον Χριστό, το Λόγο ή το ανερμήνευτο νόημα όλων».[2]

Η σκέψη, με άλλα λόγια, υπηρετεί την υπαρξιακή ιερουργία της ψυχής, όχι απλά ως οδός που επιτρέπει στον αγιασμό να περάσει, αλλά ως δομή η οποία συμμετέχει και υπηρετεί την απερίγραπτη ένωση. Το εκκλησιαζόμενο νόημα και η λειτουργούμενη σκέψη καθίστανται χώρος σάρκωσης του Αχωρήτου, σάρκωσης που δεν είναι παρά η πολυπόθητη εκπλήρωση του καθ’ ομοίωσιν, αυτή τη φορά μέσα από την εγγενή εικονιστική αποστολή της σκέψης και του νοήματος

Ότι τα κοινώς κατανοητά και συμφωνημένα νοήματα συνδέουν τους ανθρώπους ψυχολογικώς, μάς τό έχει ήδη γνωστοποιήσει η αντίστοιχη επιστήμη. Αλλά ότι συνδέουν οντολογικώς τα πρόσωπα προκειμένου να βαδίσουν τον δρόμο που άνοιξε ο Θεός Λόγος, «ο μοναδικός Νους όσων νοούν και όσων νοούνται, ο Λόγος όσων λέγουν και όσων λέγονται»[3], αποτελεί πρωτοτυπία που γεννά ευγνώμονα θαυμασμό. Άλλωστε, μια συμφωνία απλώς στο γνωστικό επίπεδο δεν θα σήμαινε τίποτε άλλο από μια εξωτερική σύγκλιση των διανοιών. Πώς, όμως, θα ενώνονταν πνευματικά όσοι πρεσβεύουν την ίδια πίστη και τήν ομολογούν στην Θεία Λειτουργία, αν η σκέψη και το νόημα δεν αποτελούν δομές (όχι τις μόνες, βέβαια) όπου πάνω τους μπορεί να εκπτυχθή η χορηγούμενη Χάρη, άρα μορφές υποδομής της ενότητας;

*

Ένα επιχείρημα που είχα συναντήσει αρκετές φορές στο παρελθόν επεκαλείτο τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα για να δικαιώσει την θέση ότι δεν πρέπει να ακούγονται οι ευχές:

 «Τίς τελεστικές ἐπικλήσεις δέν εἶναι θεμιτό νά τίς ἀποκρυπτογραφούμε μέ τίς Γραφές ἤ νά φέρνουμε ἀπό τό κρυφό στό φανερό τίς ἐκ Θεοῦ δυνάμεις πού ἐνεργοῦν σ’ αὐτές. Ἀλλά ὅπως παραδίδει ἡ δική μας ἱερή παράδοση, ἀφοῦ τίς κατανοήσεις μέ ἀνακοίνωτες μυήσεις καί ἀφοῦ τελειωθεῖς καί λάβεις θεϊκότερη ἕξη καί ἀνύψωση μ’ ἔρωτα θεῖο καί ἱερές ἐνέργειες, θ’ ἀναχθῇς μέσω τοῦ τελετουργικοῦ φωτισμοῦ στήν ὑπέρτατη, τέλεια γνώση τους».[4]

Οἱ βιαστικοί ἑρμηνευτές τοῦ χωρίου νόμισαν πως βρήκαν μαρτυρία κατά της δημόσιας ακροάσεως του καθαγιασμού και γενικά της αναφοράς. Όμως δέν φρόντισαν νά συμβουλευθοῦν τόν Ἅγιο Μάξιμο ὁ ὁποῖος δηλώνει σαφέστατα: «Τελεστικές ἐπικλήσεις ὀνομάζει τις εὐχές τῆς χειροτονίας»![5] Πράγματι, οι ευχές της χειροτονίας διαβάζονται χαμηλόφωνα (όχι σιωπηρά), καλυπτόμενες από το «Κύριε, ελέησον».

Μάλιστα πρέπει νά συγκρατήσουμε και τήν ἀξιοπρόσεκτη διάκριση: οἱ εὐχές τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων δέν εἶναι τελεστικές, ἀλλά ἡ Θεία Εὐχαριστία στη συνέχεια εἶναι τελεστική (τελειοποιητική) τῶν πιστῶν πού συμμετέχουν σέ αὐτήν.  Ἡ λανθασμένη ἑρμηνεία τοῦ ἀρεοπαγιτικοῦ χωρίου προφανῶς ὀφείλεται στήν ἐξοικείωση μέ τήν σημερινή χρήση τοῦ τελῶ ἡ ὁποία τό συνάπτει μέ τελετές, ἐνῶ στό ἐν λόγω πατερικό ἔργο ἀντικείμενο τοῦ ρήματος εἶναι οἱ πιστοί.

Γιατί τόσες εσφαλμένες ερμηνείες των πηγών; Προφανώς, όταν δεν πατάς στην σωστή θέση, χρειάζεσαι τεχνητά στηρίγματα τα οποία σού προσφέρουν οι παραναγνώσεις.

*

Στα σχόλια των αδελφών γίνεται υπερβολική χρήση της λέξης παράδοση. Είναι ξεκάθαρη μια αγωνία τους μην ξανοιχτούμε σε θάλασσες όχι οικείες, μακριά από αυτό που γνωρίζουμε. Δεν διακρίνεται μια διάθεση να κοπιάσουν για να ταξιδέψουν και αυτοί στον «νουν» των Πατέρων, παρά μόνο αναμένουν μια ρητή εντολή για να τους «αναπαύσει».

Κάποιος αναρωτήθηκε γιατί αντλώ από σύγχρονους λειτουργιολόγους. Εγώ δεν είμαι ειδικός στη λατρεία, αν και δίδαξα Λειτουργική για 9 χρόνια στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών. Αναπόφευκτα αντλώ από τους ειδικούς, αλλά και από τους Πατέρες στο έργο των οποίων πραγματοποίησα ειδική έρευνα. Οι λειτουργιολόγοι μας, όμως, από πού αντλούν; Δεν αναρωτιούνται οι αντιρρησίες; Υποθέτω ότι στο μυαλό τους θεωρούν ότι συλλήβδην εμπνέονται από τους Δυτικούς! Τους είναι αδύνατο να διανοηθούν τον ερευνητικό τους μόχθο στον οποίο έχουν υποβληθή, από αγάπη προς την επιστήμη και την Εκκλησία.

Θα πω κάτι τολμηρό. Μόνο όποιος είναι φορέας της γνήσιας Παράδοσης δεν έχει ανάγκη να παραπέμπει σε αυτήν διαρκώς, διότι δεν διακατέχεται από το άγχος να αποδείξει κάτι. Πιθανόν αυτό να αποτελεί ένα ακόμη κριτήριο αυθεντικής λειτουργικής ανανέωσης. Η αληθινή Παράδοση είναι τολμηρή επειδή βλέπει με διαύγεια και αναπνέει ελεύθερα. Και επιτυγχάνει τούτο επειδή δεν λογοδοτεί στον χρόνο αλλά στην Αλήθεια.

«Διάρκεια χωρίς Αλήθεια δεν είναι παρά μια χρόνια πλάνη», έγραφε ο μέγας Φλωρόφσκυ.

Στο επόμενο το τελευταίο μέρος.


Α. μέρος εδώ
Β. μέρος εδώ

[1] Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη, ἐκδ. Ἀκρίτας, 1991, σ. 147-151.
[2] Σχόλια στήν Μυσταγωγία Ἁγίου Μαξίμου Ομολογητοῦ, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1973, σ. 200-201.
[3] Αγίου Μαξίμου, Μυσταγωγία, Προοίμιον, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σ. 101.
[4] Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, ζʹ, III, 10, εἰσαγωγή - μετάφραση - σημειώσεις Ἰγνάτιος Σακαλῆς, ἐκδ. Πουρναρᾶ, 1985, σ. 163.
[5] Ἁγίου Μαξίμου, Σχόλια εἰς τό περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, ΕΠΕ 14Ε, 433.

3 σχόλια:

Ανδρέας είπε...

Σεβαστέ π. Βασίλειε,
σας ευχαριστώ για την αναφορά. Δεν γράφω ως ειδικός ούτε ως αρμόδιος επί των λειτουργικών θεμάτων. Ως απλός αναγνώστης σημείωσα μόνο μια διάκριση που μου φάνηκε χρήσιμη. Δόξα τω Θεώ, αν βοήθησε κάπως τη συζήτηση.

Ανώνυμος είπε...

Οι διευκρινίσεις στον διάλογο επιλύουν πολλά ζητήματα. Ο π. Βασίλειος θα μπορούσα να πω ότι είναι καλός διδάσκαλος και γνωρίζει πολλά. Τον ευχαριστώ για όσα και σήμερα με δίδαξε.
π. Παύλος.

Ανώνυμος είπε...

π. Βασίλειε την ευχή σας, θα θέλαμε το σχόλιο σας, γιατί το Βαρβεριανό ευχολόγιο, 8ο αιώνα που γράφει ότι οι ευχές λέγονται μυστικώς. Ευχαριστώ.