Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Τι διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με την απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας; Β μέρος - π. Βασίλειος Θερμός

Τι διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με την απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας;  

Β μέρος

π. Βασίλειος Θερμός

3. Πατέρες και νεότεροι θεολόγοι δείχνουν τον παραλογισμό


Είδαμε στο μέρος Α ότι μυστικά είναι όλα τα λόγια της Θείας Λειτουργίας, απαγγελλόμενα ή ψαλλόμενα είτε από τους κληρικούς είτε από τον λαό. Το απόσπασμα του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου για την μητέρα του είναι μνημειώδες.

Ίσως δεν υπάρχει πιο σοφά περιεκτική διατύπωση για το ζήτημα από εκείνο που ακούσαμε μόλις χθες στην δεύτερη ευχή της Γονυκλισίας: «δι’ ων (Αποστόλων) παν γένος ανθρώπων την θεογνωσίαν, ιδία διαλέκτω, εις ακοήν ωτίου δεξάμενοι, φωτί του Πνεύματος εφωτίσθημεν, και της πλάνης ως εκ σκότους απηλλάγημεν, και τη των αισθητών και πυρίνων γλωσσών διανομή, και υπερφυεί ενεργεία, την εις σε πίστιν εμαθητεύθημεν». Πρώτα ακούμε στα αυτιά μας την διδαχή και κατόπιν ο Παράκλητος  μας φωτίζει και μας καθιστά μαθητές Του (εκτός από τους ελάχιστους εκείνους που γίνονται διδακτοί Θεού απευθείας). Επιτέλους, ποιος νομιμοποιείται να αποσυνδέει ακοή και κατανόηση από την μετέπειτα δράση του Αγίου Πνεύματος; Ποιος τολμά να λησμονεί την συνεργία και να φέρνει σε αντιπαράθεση τα φυσικά και τα υπερφυσικά; Μετά την Ενανθρώπηση του Χριστού ζούμε στο συναμφότερον! Ασυγχύτως και αδιαιρέτως!

Το σχόλιο της 30/5 για την οχλαγωγία στον γάμο και στην βάπτιση παρά την απαγγελία των ευχών εις επήκοον, θεωρώ ότι δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα. Το εκκλησίασμα σε αυτά τα μυστήρια είναι αλειτούργητο και αναλφάβητο, οι δε ψυχολογικές συνθήκες είναι εντελώς ειδικές, ενώ εδώ μας απασχολεί τι πρέπει να γίνεται με τους τακτικά εκκλησιαζόμενους.

Ο αδελφός Θεόδωρος Σ. (σχόλιο 31/5) είναι αξιέπαινος για το φιλέρευνο της διαθέσεώς του, όμως με την ένστασή του πιστοποιεί τα λεγόμενά μου. Κατ’ αρχήν δεν αποδίδω εγώ το νόημα της μυσταγωγίας στο μυστικώς, αλλά οι Πατέρες, με θαυμαστή συμφωνία μάλιστα. Ως προς τον κανόνα, τώρα, έγραφα στο μέρος Α ότι το εσφαλμένο νόημα διήρκεσε «επί δεκαετίες (μήπως αιώνες;)». Απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι, όταν ο Άγιος Νικόδημος συλλέγει τους κανόνες και τους σχολιάζει, συγγράφοντας έτσι το Πηδάλιον, είχε ήδη προ πολλού εγκατασταθή η καταχρηστική αυτή ονομασία. Ο Άγιος, μη ων κληρικός ο ίδιος, αλλά και πιθανόν χωρίς πρόσβαση σε αρχαία χειρόγραφα ευχολόγια ή σε ορισμένα πατερικά κείμενα (μερικά θα παραθέσω στο Γ μέρος), απλώς διατηρεί την ορολογία χωρίς να πολυπραγμονεί περί αυτής, διότι εντελώς άλλος ήταν ο σκοπός των γραφομένων του. Καταπιάστηκε κυρίως με την βιβλική ερμηνευτική, τα θεολογικά υπομνήματα σε ύμνους, την πνευματική ζωή, και τους ιερούς κανόνες – όχι όμως με την λειτουργική. Από πού και ως πού η σιωπή ενός συγγραφέα για κάτι συνιστά συμφωνία; 

Οι καλοί αναγνώστες θα ήταν χρήσιμο να έχουν υπόψη τους πως η θεολογική ερμηνευτική εγρήγορση στο Βυζάντιο ακολούθησε, όπως είναι φυσικό, και τις ιστορικές περιπέτειές του. Τα υστεροβυζαντινά χρόνια, περίοδος γενικότερης παρακμής, συνοδεύονται από παγίωση των αλλοιώσεων στη Λατρεία, οι οποίες είχαν λάβει χώρα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Από την εποχή εκείνη κατάγεται και η σύνθεση αργών «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ…» για τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, ακριβώς για να καλύψει την μακρά δεύτερη ευχή της Αναφοράς, την οποία ο Άγιος ούτε καν είχε διανοηθή να απαγγέλλεται υπό σίγαση! Ακριβώς το μέγα μήκος της δείχνει ότι ακουγόταν. Γιατί στους προηγούμενους αιώνες δεν έχουμε καμία μαρτυρία για αργό ύμνο; Καταλαβαίνουμε τώρα πόσο διεστράφησαν κάποτε τα κριτήρια…

Η κατιούσα πορεία συνεχίσθηκε, παρά τις εξάρσεις των Αγίων Γρηγορίου Παλαμά, Νικολάου Καβάσιλα, και Συμεών Θεσσαλονίκης (τρεις μόνο μεγάλες θεολογικές προσωπικότητες μετά τον Φώτιο, από τον 9ο έως τον 15ο αιώνα), για να καταβαραθρωθή μετά την Άλωση, όταν μέσα στο σκοτάδι η Εκκλησία έδινε αγώνα για την απλή επιβίωση.

 Επί τη ευκαιρία εδώ ας σημειώσω ότι το Άγιον Όρος γεννήθηκε και ανδρώθηκε από τον 10ο έως τον 16ο αιώνα, συνεπώς η λειτουργική πρακτική την οποία υιοθέτησε εμπεριείχε ήδη πολλά προβλήματα, μη αναγνωρίσιμα πλέον την εποχή εκείνη. Οπωσδήποτε θα ευχόμουν να είχα λίγη από την ευλάβεια πολλών αγιορειτών ιερομονάχων, όμως αν θέλουμε να μιλήσουμε για εκκλησιολογικό νόημα της Λατρείας το αγιορειτικό τυπικό σε πολλά δεν συμβαδίζει με αυτό το πνεύμα, όπως θεόπνευστα χαράχθηκε από την αρχαία Εκκλησία. Έτσι διακρίνεται για πελώρια τέμπλα, κλείσιμο των βημοθύρων μετά τη Μεγάλη Είσοδο, απόλυτη σιγή κατά την ώρα των ευχών, μνημόσυνα την Κυριακή (περί αυτού διαμαρτύροντο οι Κολλυβάδες), επί αιώνες αποφυγή Θείας Κοινωνίας την Κυριακή λόγω καταλύσεως ελαίου το Σάββατο (!) κ.ά. Το Άγιον Όρος αποτελεί υπόδειγμα ως προς το ήθος της Λατρείας, όχι ως προς την δομή της και τις συνήθειές της!

Ο καθηγητής κ. Γεώργιος Φίλιας ονομάζει μοναδική εξαίρεση τον 19ο κανόνα της εν Λαοδικεία συνόδου απέναντι στην ομοφωνία των τότε πηγών. Αγνοούμε, συμπληρώνει, ποια δομή είχε η Λειτουργία τότε διότι οι γνωστές Βασιλείου και Χρυσοστόμου είναι μεταγενέστερες.

Ένα ενδιαφέρον περιστατικό του 5ου αιώνα είναι ενδεικτικό. Όταν η Οσία Μελάνη η νεωτέρα ήταν στα τελευταία της παρακάλεσε τον πνευματικό της Γερόντιο να τελέσει τη Λειτουργία στο εκκλησάκι που βρισκόταν δίπλα στο κελί της. Καθώς εκείνος απήγγελλε με χαμηλή φωνή λόγω της θλίψης και συνοχής του, η οσία δεν άκουγε καλά οπότε του φώναξε: «Πιο δυνατά, να ακούσω την επίκληση»![1] Τον καθαγιασμό δηλαδή! Αφού είχε χάσει τόσες προηγούμενες ευχές τουλάχιστον να μη χάσει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Τόσο αυτονόητα τα ζούσαν τότε! Φυσικά υπάρχει και το περιστατικό με τα παιδιά στο Λειμωνάριον, τα οποία είχαν μάθει απ’ έξω τις ευχές και παίζοντας αναπαρέστησαν την Λειτουργία, μέχρις ότου σημείο εξ ουρανού τα εμπόδισε.

  *

Οι Πατέρες μας, λοιπόν, όταν έκριναν ότι μια άποψη ή στάση αποτελούσε παραλογισμό, δεν δίσταζαν να καταφύγουν στον ορθό λόγο, προκειμένου να το καταδείξουν. Χαρακτηριστικά αυτής της τακτικής αποτελούν τα αντιαιρετικά συγγράμματά τους, με κορυφαίο τον Άγιο Μάξιμο όταν αντικρούει τον μονοφυσίτη Πύρρο. Πρόκειται για αριστούργημα λογικής και μεθοδικής σκέψης.

Στο θέμα μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διερωτάται: «Καί γιατί θαυμάζεις πού ὁ λαός προσεύχεται μαζί μέ τόν ἱερέα, ἀφοῦ καί μαζί μέ τά ἴδια τά Χερουβίμ καί τίς οὐράνιες δυνάμεις ἀπό κοινοῦ ἀναπέμπει τούς ἱερούς ἐκείνους ὕμνους;».[2] Έχει το μείζον, δηλαδή, θα του στερήσουμε το έλασσον;

Ένας από τους παραλογισμούς συνίσταται στην ριζική διάκριση (ενίοτε και αντιπαράθεση) μεταξύ λεγομένων καί νοουμένων, τήν ὁποία κάποιοι ἐπιχειροῦν. Τό σκεπτικό τους εἶναι περίπου τό ἑξῆς: ἐφ’ ὅσον τά λεγόμενα τῆς Λατρείας δέν ἐξαντλοῦν τίς θεῖες ἀλήθειες, καί ἀφοῦ ὑπάρχει καί νοερή μέθεξη στά τελούμενα κατά πολύ ἀνώτερη τῆς αἰσθητῆς μετοχῆς, ἄρα πρέπει νά διαφυλάσσονται κρυφά τά λόγια τῶν εὐχῶν γιά νά ἐπισημαίνουν τήν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς μεταβάσεως ἀπό τούς πιστούς.

Ἡ νοοτροπία αὐτή δηλώνει κατ’ ἀρχήν θεολογική σύγχυση περί ἀποφατισμοῦ, διότι τόν ἐξισώνει μέ την ἀπλή ἄγνοια. Ὅμως ὁ ἀποφατισμός νοεῖται ἀφοῦ πρῶτα ἔχει κανείς διανύσει ὅλες τίς δυνατότητες τοῦ καταφατικοῦ λόγου. Ἀλλ’ αὐτό δέν τό ἐπιτρέπει ἡ ἀποσιώπηση τῶν εὐχῶν ἀφοῦ κρατᾶ τούς πιστούς μακριά ἀπό τά ἱερά σύμβολα τῶν λόγων.

Χρειαζόμαστε τά σύμβολα τῶν λόγων γιά νά ἀναχθοῦμε στά ὑπέρ λόγον. Τά πρῶτα δέν καταργοῦνται ἀπό τά δεύτερα. Τά ὑπέρ λόγον δέν βρίσκονται στις εὐχές καθεαυτές, αλλά στο άμετρο πνευματικό τους βάθος.

Ὅμως ἡ δυνατότητα προόδου καί ἀναγωγῆς δέν καταργεῖ τήν ἀνάγκη σταθερῆς συμπορεύσεως μέ τά σύμβολα: «Διότι οἱ ἱερές μυητικές διδασκαλίες δέν φθάνουν ὥς τήν ψιλή μόνον ἐκφώνηση καί ἀκοή, ἀλλά ἀπαιτοῦν νά παρακολουθῇ ὁ νοῦς καί νά κατανοοῦνται οἱ ὕμνοι».[3]

Να κατανοούνται; Απαγορευμένη φράση για τους αντιρρησίες. Μου θυμίζει την αγανάκτηση του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν όταν συναντούσε Έλληνες και Ρώσους δήθεν «μυστικόφιλους», οι οποίοι αναζητούσαν ατμόσφαιρα και, όπως γράφει, «μισούν κάθε νόημα»!

Φτάσαμε, άραγε, να πιστεύουμε πως η Εὐχαριστία γίνεται Μυστήριο λόγω τῆς ἄγνοιας και ἐξαφανίζεται μόλις ἀκουστοῦν οἱ εὐχές; Μυστήριο γίνεται λόγω τῆς σκόπιμης ἀποκρύψεώς του καί ὄχι λόγω τῆς οὐσίας του; Δυστυχῶς ἐδῶ ὑποκρύπτεται προβληματική ἀντίληψη γιά τήν πνευματική ζωή, ἀφοῦ ὑπονοεῖται πώς ἡ μύηση τοῦ πιστοῦ εἶναι κατά βάσιν θέμα πνευματικῆς προόδου καί ὄχι ἐκκλησιαστικό γεγονός. Όμως είναι μέλος της κοινότητας και ολόκληρη η κοινότητα ακούει και απαντά!

Ἐξ ἄλλου οι αντιρρησίες ἀγνοούν τη διάκριση μεταξύ τωρινῶν συμβόλων καί ἐσχατολογικῆς πληρώσεώς τους. Εἶναι θέμα κατηχήσεως καί προσωπικῆς ποιμαντικῆς ὥστε νά μήν ὑπάρξῃ ψευδαίσθηση μυήσεως ἀλλά νά ἐμπεδωθῇ πραγματικό βίωμα μυημένου σύμφωνα μέ ὅσα ἐξετέθησαν μέχρι τώρα. Ἀποτελεῖ ἐντελῶς καινοφανῆ θέση ὁ ἰσχυρισμός ὅτι χρειάζεται ἀποσιώπηση ἀπό τούς κεχρισμένους πιστούς, μέλη του Σώματος του Χριστού, τῶν λόγων πού ἀναπέμπουν στόν Θεό προκειμένου να μήν κινδυνεύσουν ἀπό ψευδαίσθηση μυήσεως!

Μήπως ἐδῶ ξαναβρίσκουμε την ἀφαίρεση του Απολλιναρίου; Εκείνος θεωρούσε την διάνοια αμαρτωλή, γι’ αυτό έπρεπε να μείνει έξω από την διαδικασία αγιασμού. Καί κατά ποιά λογική ἀρνούμαστε τή διανοητική ἐνέργεια ὅταν ἀποβάλλουμε μόνο τίς εὐχές καί ὄχι ἄλλα σημεῖα τῆς λειτουργίας; Μήπως θά ἑνωνόμαστε ἀσφαλέστερα μέ τόν Θεό ἄν λειτουργοῦμε σέ μιά τεχνητή ἀκατανόητη γλώσσα, μιά πού τότε ἡ ἄρνηση τοῦ λογικοῦ μας θά εἶναι πλήρης;

Ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας τεκμηριώνει ἔμμεσα το σκεπτικό ἀκρόασης τῶν εὐχῶν, παρά τήν ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἀντίθετη τακτική: «Καί αὐτό πράγματι μποροῦν νά πετύχουν σ’ ἐμᾶς οἱ προσευχές (εὐχαί), οἱ ψαλμωδίες καί ὅλα ὅσα ἱερά λέγονται καί γίνονται σ’ αὐτήν. Διότι αὐτά μᾶς ἁγιάζουν καί μᾶς διαθέτουν, ἀφενός μέν νά δεχθοῦμε ὅπως πρέπει τον ἁγιασμό, ἀφετέρου δέ νά διατηρήσουμε τόν ἁγιασμό καί νά παραμείνουμε κάτοχοί του... Οἱ προσευχές μᾶς στρέφουν πρός τόν Θεό καί προξενοῦν την ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας... Ἔτσι λοιπόν ἀπό τό ἴδιο τό νόημα τῶν λόγων, ὅσων λέγονται καί ὅσων ψάλλονται, ὠφελούμαστε κατά τήν ἱερουργία».[4] Ωφελούμαστε!

Ἡ προσπάθεια νά ἀποσιωπηθοῦν οἱ εὐχές ὁδηγεῖ σέ κακοποίηση τή δομή τῆς Θείας Λειτουργίας δεδομένου ὅτι δέν φτιάχθηκε γι’ αὐτό. Καμμία μέριμνα δέν ὑπάρχει στό κείμενό της νά ἀποκρυβοῦν τά ἱερατικά λόγια - π.χ. ἡ μικρή φράση «Ἄξιον καί δίκαιον» προηγείται τῆς πρώτης εὐχῆς τῆς ἀναφορᾶς καί εἶναι ἀδύνατο νά τήν καλύψη, ἕνα «Ἀμήν» μόνο προηγεῖται τῆς εὐχῆς «Πρόσχες Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...» κ.ἄ. Εἰδικά ὅταν δέν ὑπάρχη διάκονος ὅλες οἱ εὐχές παραμένουν ἐκτεθειμένες στήν ἀκοή τῶν πιστῶν, ἐπομένως ἄν θέλη ὁ λειτουργός νά τις καλύψη εἶναι ὑποχρεωμένος νά τίς διαβάζη πολύ πρίν ἀπό τή θέση τους. Αὐτό ὁδηγεῖ σέ ἀπεξάρθρωση τῆς λειτουργικῆς δομῆς, δηλαδή τοῦ διαλόγου μέ τόν Θεό, συνεπῶς σέ (ἀθέλητη) ἀσέβεια.

Ο αείμνηστος Ιωάννης Ζηζιούλας παρατηρούσε:

«Οἱ στρεβλώσεις πού μπορεῖ νά ὑποστῇ ἡ Ἐκκλησία ἐπεκτείνονται πολλές φορές καί στή δομή καί σειρά ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπό τούς κληρικούς. Ἔχει πλέον ἐπικρατήσει νά ἀναγινώσκωνται μυστικά κατά τήν ὥρα τοῦ Τρισαγίου ἡ Ἐκτενής καί τά “κατηχούμενα”, τῶν ὁποίων ἡ θέση εἶναι μετά τό Εὐαγγέλιο, ὡς κατακλεῖδα τοῦ τμήματος τῆς Λειτουργίας, τό ὁποῖο ἐπιτρέπεται καί στούς κατηχουμένους νά παρακολουθήσουν. Μέ τόν τρόπο αὐτό καταντᾶ σχεδόν κωμικό νά λένε ψιθυριστά καί μεταξύ τους οἱ λειτουργοί: “οἱ κατηχούμενοι τάς κεφαλάς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε κ.λπ.” (σάν νά εἶναι ἐκεῖνοι οἱ κατηχούμενοι) ἤ νά ψιθυρίζουν πάλι μεταξύ των τίς αἰτήσεις τῆς Ἐκτενοῦς οἱ ὁποῖες ὅμως καλοῦν ἐμφανῶς τό λαό νά ἀνταποκριθῇ μέ τό ἐκτενές “Κύριε ἐλέησον”! Ἀλλά ἐκεῖ πού ἔχει κανείς τήν αἴσθηση ὅτι ἀνατρέπονται τά πάντα, εἶναι ὅταν ἡ εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς, πού ἀρχίζει μέ τό “”Ἄξιον καί δίκαιον Σέ ὑμνεῖν...” ἔχει ἤδη ἀναγνωσθῇ μυστικῶς ἀπό τόν λειτουργό, πρίν δώσῃ τήν παραγγελία “εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ” –συνήθως κατά τήν ὥρα τοῦ «Πιστεύω»– ἤ ὅταν σέ περίπτωση πού λειτουργοῦν περισσότεροι ἱερεῖς, “μοιράζουν” μεταξύ τους τμήματα τῆς Ἀναφορᾶς τά ὁποῖα ἀναγινώσκουν συγχρόνως! Ἔτσι ἡ συνέχεια καί ἡ δομή τῆς εὐχαριστιακῆς Ἀναφορᾶς καταστρέφονται, καί γι’ αὐτό ἐπιβάλλεται νά διορθωθοῦν τέτοιου εἴδους παρεκκλίσεις».[5]

Ο δε πρωτοπόρος Κοζάνης Διονύσιος υπογραμμίζει: «Καταλαβαίνουμε πόσο ζημιώνεται ἡ θεία Λατρεία καί ἡ κοινή προσευχή τῆς λειτουργικῆς συνάξεως, ὅταν οἱ πιστοί δέν ἀκούν τίς εὐχές, πού εἶναι κοινές, δηλαδή γιά ὅλη τή σύναξη, ἀλλά μόνο ἐκφωνήσεις κι ἐκεῖνες ὄχι στή θέση τους... Πρῶτα ὅτι ἡ ἱερή ἀκολουθία, ἐκτός πού χάνει τή λογική της σειρά καί συνέχεια, ἀλλά χάνει καί τή ζωντάνια της, ἔτσι ώστε οἱ πιστοί κουράζονται καί νυστάζουν. Ἔπειτα ξεμακραίνουν καί παρατείνονται ἀδικαιολόγητα τά ψαλτικά μέρη, κι αὐτό εἶναι ἕνας ἄλλος λόγος γιά τόν ὁποῖο οἱ ἱερατικές εὐχές λέγονται μυστικά».[6]

Ο Τρεμπέλας είχε κάνει ειδική έρευνα:

 «Ἀνεθεωρήσαμεν ἐξ ἐπίτηδες περί τούς τριάκοντα λειτουργικούς κώδικας τῆς Ἐθνικῆς μας βιβλιοθήκης, καθώς καί πάντα τά ἐν αὐτῇ ἀποκείμενα παλαιά εἰλητάρια. Πάντα δηλαδή τά ἀπό τοῦ 11ου έως του 16ου αἰῶνος περιλαμβανόμενα χειρόγραφα λειτουργικά. Καί δεν εὕρομεν σχεδόν οὐδαμοῦ τό μυστικῶς... Μαρτυρεῖται ἀσθενέστατα ὑπό τινων κωδίκων, ἐνώ ἡ πλειονότης αὐτῶν ἀγνοεῖ τοῦτο ὁλοτελῶς».[7] Μιλά για υστεροβυζαντινά και μετά την Άλωση χειρόγραφα!

Ἡ ἔρευνα ὅλων τῶν λειτουργικῶν χειρογράφων ἀπό τόν 8ο μέχρι τον 14ο αἰῶνα από τον Γ. Φίλια κατέδειξε ὅτι «οἱ περιπτώσεις τῶν εὐχῶν χωρίς ἔνδειξη περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως, ἀλλά με τήν ἔνδειξη ἐκφωνήσεως τοῦ ἐπιλόγου, δηλώνουν ὅτι ὁ τρόπος ἀναγνώσεώς τους δέν ἦταν οὔτε ἔκφωνος (δηλαδή μέ ἠχηρή καί μελωδική φωνή) οὔτε μυστικός (δηλαδή σιωπηλή ἀνάγνωση). Ὁ ἐνδιάμεσος –μεταξύ ἐκφώνου καί μυστικοῦ– τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στήν πληθύ τῶν μελετηθέντων χειρογράφων εὐχολογίων εἶναι ὁ “εἰς ἐπήκοον”, δηλαδή ὁ χαμηλόφωνος, ὁ ἀποπνέων τήν ἱερότητα τῶν λεγομένων καί τῶν τελουμένων... Σέ ὅλες τις περιπτώσεις τό συμπέρασμα εἶναι σαφές: οἱ εὐχές ἀκούγονται (δηλαδή οὔτε ἐκφωνοῦνται, οὔτε ἀναγινώσκονται μυστικῶς), ἐκφωνοῦνται ὅμως οἱ ἐπίλογοί τους ὡς δοξολογικές κατακλεῖδες, οἱ ὁποῖες πρέπει να ἀναγνωσθοῦν μέ “λαμπρῇ φωνῇ” (ὅπως ἐπεξηγοῦν το “ἐκφώνως” ἀρκετά χειρόγραφα εὐχολόγια)».[8]

Ὁ διωγμός κατά τῶν εὐχῶν ἀποτελεῖ σοβαρή ἐκκλησιαστική κρίση. Οι περισσότερες λειτουργικές παραφωνίες είναι συμπτώματα εκκλησιολογικής νόσου. Ένας άλλος πρωτοπόρος γράφει:

«Ἐδῶ καί ἀρκετούς αἰῶνες ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, τον ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὀνόμασε “γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαόν εἰς περιποίησιν...” (Α΄ Πέτρ. 2: 9), δέν ἔχει ἀκούσει, καί συνεπῶς δέν γνωρίζει, αὐτή τήν αὐθεντική προσευχή τῶν προσευχῶν, μέ τήν ὁποία ὁλοκληρώνεται τό Μυστήριο καί ἐκπληροῦται ἡ οὐσία καί ἡ ἴδια ἡ κλήση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλα ὅσα ἀκοῦν οἱ πιστοί εἶναι μεμονωμένες ἐκφωνήσεις καί ἀποσπασματικές φράσεις, ἡ ἀλληλοσύνδεση τῶν ὁποίων –μερικές φορές ἀκόμη καί τό ἁπλό νόημά τους– παραμένει ἀκατανόητη, ὅπως στήν ἐκφώνηση “...τόν ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντα, βοῶντα, κεκραγότα καί λέγοντα...”. Ἄν σ’ αὐτό προσθέσουμε καί τό γεγονός πώς σέ πολλές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες αὐτές οἱ εὐχές, ὄχι μόνο εἶναι “μυστικές”, ἀλλά ἀκόμη περισσότερο διαβάζονται πίσω ἀπό μία κλειστή Ὡραία Πύλη, μέ τραβηγμένες ἐπιπλέον και τίς κουρτίνες, δέν θά ἦταν τότε ὑπερβολή νά ποῦμε πώς ἡ εὐχή τῆς Εὐχαριστίας ἔχει, ὅσον ἀφορᾷ ὅλους τούς πρακτικούς σκοπούς της καί τίς ἐπιδιώξεις της, ἐκπέσει ἀπό τήν ἐκκλησιαστική της χρήση. Ἐπαναλαμβάνω πώς οἱ λαϊκοί ἁπλᾶ δέν τή γνωρίζουν, οἱ θεολόγοι δέν ἐνδιαφέρονται γι’ αὐτή, καί ὁ ἱερέας πού ἀναγκάζεται νά διατρέξῃ μέ μιά ματιά τό κείμενο, ὅσο οἱ ψάλτες ψέλνουν –καί συχνά αὐτό τό ψάλσιμο ἐπιμηκύνεται τόσο πολύ, ὥστε νά ἀποτελεῖ ὁλόκληρο
“κονσέρτο”– δύσκολα μπορεῖ νά συλλάβῃ ὁλοκληρωμένα τήν πληρότητα, τήν ἑνότητα καί τήν ἀκεραιότητά της... Σ’ αὐτή τήν κατάσταση ἐγώ προσωπικά δεν μπορῶ νά δῶ παρά μιά βαθειά παρακμή».[9]

Μιά τέτοια λατρεία δέν εἶναι λατρεία λογικῶν προβάτων: «Τῶν μάγων καί ἐπαοιδῶν καί φαρμακῶν χαρακτηριστικό εἶναι νά μουρμουρίζουν μπροστά στον λαό».[10] Ἀλλά δυστυχῶς τῆς κρίσεως αὐτῆς ἔχει ὑποτιμηθῇ ἡ σημασία.

Ο παραλογισμός έφθασε σε τέτοιο σημείο ώστε υπάρχει μια ευχή της οποίας άλλο μέρος απαγγέλλεται και άλλο αποσιωπάται από τον λαό. Διπλή μεταχείριση για την ίδια ευχή! «Τό συμπέρασμα αὐτό (περί ἀκροάσεως τῆς ἀναφορᾶς), ὅμως, δέν συνάγεται μόνο ἀπό τήν μελέτη τῆς χειρογράφου εὐχολογιακῆς παραδόσεως, ἀλλά καί ἀπό τήν ἐπισήμανση τῆς φιλολογικῆς ἑνότητος τοῦ κειμένου, ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀναμνήσεως ἕως και τό “Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας”... Αὐτή ἡ ἑνότητα ἡ ὁποία ἐπλήγη μέ τίς ἀλλοιώσεις ἐπί τοῦ κειμένου, καταδεικνύει ὅτι τό ἐν λόγω τμῆμα τῆς ἀναφορᾶς ἀποτελοῦσε ἑνιαῖο κείμενο, ἡ ἀνάγνωση τοῦ ὁποίου δεν ἦταν δυνατόν νά ἐμφανίζῃ παραλλαγές (εἶναι δυνατόν τό κείμενο μιᾶς ἀναγινωσκομένης εὐχῆς ἄλλοτε να ἀκούγεται καί ἄλλοτε ὄχι;)».[11] Προφανώς κληρικοί και ψάλτες έχουν πλήρως λησμονήσει την εσωτερική ενότητα αυτού του κειμένου…

Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ἡ στέρηση τῶν εὐχῶν στόν λαϊκό σημαίνει ἐξωεκκλησιασμό! Στά πατερικά κείμενα και στούς ἱερούς κανόνες συναντοῦμε πλῆθος ἐπιβεβαιώσεων, π.χ. κακίζεται κάποιος πού ἀποχώρησε πρίν ἀπό τήν εὐχή τῶν πιστῶν.[12]

Ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε, ἡ σημερινή τακτική ἔχει θέσει ὑπό ἐπιτίμιο ὅλους τούς λαϊκούς! «Πῶς καί γιατί ὅλοι οἱ λαϊκοί μεταμορφώθηκαν σέ ἀφορισμένα πρόσωπα;» Ἡ σύγχυσή μας δημιουργεῖ ἀριστοκρατία καί μεταθέτει τή διαχωριστική γραμμή ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.[13]

Τι δράμα! Ενώ η διαχωριστική γραμμή βρισκόταν μεταξύ βαπτισμένων και αβαπτίστων, δηλαδή στην πόρτα του ναού, τώρα χαράχθηκε μεταξύ κληρικών και λαϊκών, δηλαδή στο τέμπλο! Ο ορισμός του κληρικαλισμού…

Θα συνεχίσουμε με τους Πατέρες να ανατρέπουν άλλες σύγχρονες παρερμηνείες.



[1] Γεωργίου Φίλια, Ο τρόπος αναγνώσεως των ευχών στη Λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Γρηγόρη, 1997, σ. 39-40, 46.
[2] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ιη΄ εἰς Β΄ πρός Κορινθίους, 3, ΕΠΕ 19, 487.
[3] Ἁγίου Μαξίμου, Σχόλια εἰς τό περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, 1, ΕΠΕ 14Ε, 335.
[4] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, α΄, ἐκδ. Τό περιβόλι τῆς Παναγίας, 1991, σσ. 22-23.
[5] Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, Εὐχαριστία καί Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μέρος γ΄, Σύναξη, τ. 52, 1994, σ. 81-97.
[6] Μητροπολίτου Κοζάνης Διονυσίου, Ἡ Θεία Λειτουργία, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1986, σ. 117.
[7] Παναγιώτου Τρεμπέλα, Ἡ Ρωμαϊκή λειτουργική κίνησις καί ἡ πρᾶξις τῆς Ἀνατολῆς, Ἀθῆναι, 1949, σ. 81.
[8] Γεωργίου Φίλια, Ἡ εὐχαριστιακή ἀναφορά, «Μελέτες ἱστορίας καί θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας», ἐκδ. Γρηγόρη, 2002, σ. 135-136.
[9] πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Εὐχαριστία, ἐκδ. Ἀκρίτας, 2000, σ. 234-235.
[10] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Ἐπιτομή ἱερῶν κανόνων, τόμος α΄, ἐκδ. Ἀστήρ, 1999, σ. 203.
[11] Γεωργίου Φίλια, Ἡ εὐχαριστιακή ἀναφορά, «Μελέτες ἱστορίας καί θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας», ἐκδ. Γρηγόρη, 2002, σ. 136.
[12] Μ. Βασιλείου, Ἑρμηνεία εἰς τόν Ἡσαΐαν, α΄, 19, P.G. 30, 152Β.
[13] πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἡμερολόγιο, ἐκδ. Ἀκρίτας, 2002, σ. 360.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Διευκρινιστικά και σοβαρά τα όσα μας παραθέτει ο ο. Βασίλειος
Όποιος έχει μάτια ας διαβάσει και νου να καταλάβει.

Ανώνυμος είπε...

Στο άθρο γράφεται: " η ἔρευνα ὅλων τῶν λειτουργικῶν χειρογράφων ἀπό τόν 8ο μέχρι τον 14ο αἰῶνα από τον Γ. Φίλια κατέδειξε ὅτι «οἱ περιπτώσεις τῶν εὐχῶν χωρίς ἔνδειξη περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως, ἀλλά με τήν ἔνδειξη ἐκφωνήσεως τοῦ ἐπιλόγου, δηλώνουν ὅτι ὁ τρόπος ἀναγνώσεώς τους δέν ἦταν οὔτε ἔκφωνος (δηλαδή μέ ἠχηρή καί μελωδική φωνή) οὔτε μυστικός (δηλαδή σιωπηλή ἀνάγνωση)" Ποιά είναι η διαφορά απο τη μυστική ανάγνωση από τη σιωπηλή; Ποιός ακούει τη σιωπηλή ανάγνωση;

vasileios thermos είπε...

Να το εξηγησω για τελευταια φορα.
Μυστικως σημερα εννοουν το να μην ακουγονται απο τον λαο. Δηλαδη σιωπηλως: συνωνυμα.
Η τακτικη της πατερικης παραδοσης ειναι η αναγνωση με τροπο που να ακουγεται απ ολο το εκκλησιασμα. Η τριαδολογικη καταληξη λεγεται εμμελως.