Ευχαριστώντας και συγχαίροντας από καρδιάς τον φίλο Γιάννη Αντωνόπουλο John Antono για τον κρυστάλλινο (σε διαύγεια και κοφτερότητα) σχολιασμό
των πεποιθήσεων Θάνου Τζήμερου, προσυπογράφω παραθέτοντας κείμενό μου από το
2015, που νομίζουμε τάχα πως είναι μακρινό (η προέλευση του κειμένου, στο
τέλος):
«Τι είναι για μένα ο άλλος: Τι είναι ο ξένος και ο διαφορετικός; Ενόχληση;
Απειλή;
Όρος της ύπαρξής σου, απαντούν οι Τρεις Ιεράρχες. Και αναπτύσσουν μιαν ανθρωπολογία, όπου η μοναδικότητα του κάθε προσώπου δεν σημαίνει άτομο περίκλειστο στα συστατικά του, αλλά υποκείμενο που αληθεύει μόνο στο βαθμό που αγαπητικά ανοίγεται στον άλλον. Μια ανθρωπολογία οικουμενική, πανανθρώπινη, που δεν αναγνωρίζει περιούσιους λαούς και ανώτερα έθνη, αλλά μόνο ανθρώπους, παιδιά του ίδιου Θεού. Απέναντι σ’ αυτή την ανθρωπολογία (στην οποία ουσιαστικά ανταμώνουν όλοι οι άνθρωποι που έχουν έγνοια για το δίκιο και την αδελφοσύνη) ορθώθηκε κατά τον 20ό αιώνα το δαιμονικό: το σκοτάδι που χωρίζει τους ανθρώπους σε πλήρεις τάχα ανθρώπους και σε υπανθρώπους. Μόλις προχθές συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από την απελευθέρωση του Άουσβιτς. Αλλά κι αυτό δεν είναι ένα κλεισμένο παρελθόν. Οι βρικόλακες του Ναζισμού εγείρονται από τους τάφους τους και διεκδικούν ψυχές – πάνω απ’ όλα, ψυχές νεανικές. Τι έχουν γράψει οι εγχώριοι εκπρόσωποί τους σε ένα μανιφέστο με τίτλο “Η Άρεια θρησκευτικότητα”: Χλευάζουν τον Χριστιανισμό και καταλήγουν: “Τον Χριστιανισμό χαρακτηρίζει η μεσσιανική ελπίδα, [...] η προκατάληψη υπέρ των ‘καταπιεσμένων’ [...]. Γι’ αυτό ο Χριστιανισμός είναι ο μπολσεβικισμός της αρχαιότητας” [περιοδικό Χρυσή Αυγή 37 (1988), σ. 11]».
«Οι Βαλκυρίες [πολεμικές θεότητες της σκανδιναβικής και γερμανικής
ιθαγένειας, νεκροπομποί των μαχητών που έπεφταν στις μάχες, προσωποποιούν
εμβληματικά το μεδούλι του παγανισμού τους: τη δίψα για ισχύ] ουδέποτε σίγησαν
στο διάβα των αιώνων. Σήμερα όμως ακούγονται εκκωφαντικά πάνω από την Ευρώπη
και απειλούν να καλύψουν άλλες μουσικές της. Πρόκειται για έναν διχασμό που
αφορά την ίδια την ψυχή της Ευρώπης. Είναι ο ίδιος διχασμός που εντόπισε ο Ρενέ
Ζιράρ αναλύοντας το φαινόμενο του Ναζισμού. Ο Ναζισμός, είπε, έσπασε
προγραμματικά την παράδοση της αλληλεγγύης προς τα θύματα της ζωής, παράδοση
την οποίαν είχε εμφυτεύσει στην Ευρώπη ο Χριστιανισμός. [...]
Στην προαναφερθείσα επισήμανσή του ο Zιράρ είπε το αυτονόητο: Την αλληλεγγύη την είχε
εμφυτεύσει στην Ευρώπη ο Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός, με άλλα λόγια, υπήρξε
ένας ταξιδιώτης και ένας νεωτεριστής που ρηγμάτωσε ποικιλοτρόπως την
πατρογονική ευρωπαϊκή ταυτότητα. Τη διέκοψε ή τη μπόλιασε, κατά περίπτωση. Εδώ
λοιπόν ερχόμαστε στο πρώτο κρίσιμο σημείο: στη θέση που κατέχει η εντοπιότητα,
η ιθαγένεια. Στην παγανιστική οπτική ο άνθρωπος αληθεύει μένοντας για πάντα
αυτό που έτυχε να γεννηθεί, αυτό που ήταν ανέκαθεν ο λαός του, η γη του, το
αίμα του. Για τον παγανισμό, δηλαδή, κριτήριο της αληθείας είναι η ιθαγένεια.
Για τον Χριστιανισμό, όμως, πηγή της αληθείας δεν είναι η ιθαγένεια, ούτε και
αποτελούν συμπαγή ενότητα ο πολιτισμός και η θρησκεία. Ο Χριστιανισμός έφερε
μιαν επανάσταση: αναγνώρισε τη δυνατότητα του υποκειμένου (δηλαδή του κάθε
ανθρώπου) να επιλέξει μιαν άλλη αλήθεια από την πατρογονική, να μετασχηματίσει
τον πολιτισμό του, ακόμα και να έρθει σε ρήξη με τα πατρογονικά του χάριν της
αληθείας που το ίδιο επέλεξε. Για τον Χριστιανισμό η αλήθεια έρχεται από έξω•
είναι ο ερχόμενος Θεός. Κι έτσι, αληθεύω όταν ανταμώνω τον ριζικά Άλλον - όχι
τα ίδια μου τα σωθικά! Ο Χριστιανισμός, συνεπώς, δώρισε στην ανθρωπότητα την
απάντηση στο αδιέξοδο που είχε έξοχα καταγράψει η αρχαιοελληνική τραγωδία.
Δώρισε το άλμα στην ελευθερία: τη δυνατότητα του ανθρώπου να επιλέξει την
αλήθεια χωρίς να δεσμεύεται από το αίμα του κι από το παρελθόν του.
Οι Βαλκυρίες κραδαίνουν υπέρ αυτών το χθόνιο, το πατροπαράδοτο, την
ιθαγένεια με την χονδροειδή έννοια του “αίματος και της γης” (του Blut und Boden των Ναζί). Οι αγορές και οι
χρηματιστηριακές συναλλαγές, όμως; Αυτές δεν δεσμεύονται πλέον από εθνικά
σύνορα, κι έτσι μοιάζει να μη σχετίζονται διόλου με την έννοια της ιθαγένειας.
Και όμως! Οι αγορές και οι κερδοσκοπικές χρηματιστηριακές συναλλαγές εκπροσωπούν
την ιθαγένεια στην εξτρεμιστικότερη μορφή της: στην απόλυτη αυτονόμηση του
ατόμου, την κυνική δικαίωση του εγωισμού και την αντιμετώπιση των πάντων
(πραγμάτων και ανθρώπων) ως αναλώσιμων. Ο εγωισμός είναι η αρχαία ιθαγένεια του
ανθρώπου. Είναι το να αντλείς νόημα από τον ίδιο σου τον εαυτό - από το χώμα
που είσαι φτιαγμένος».
ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, «Η ρήξη με το μηδέν. Σφηνάκια πολιτικής
θεολογίας», εκδ. Αρμός, Αθήνα 2015, σσ. 74, 134-136.
Υστερόγραφο αναγκαίο:
Σε όσους δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι η μόνη ετερότητα που απορρίπτουμε
είναι η ετερότητα η οποία μισεί την ετερότητα (και άρα δεν μιλάμε για αδιάκριτη
προσυπογραφή κάθε ετερότητας) ευχαρίστως να στείλω μια ταπεινή συμβολή μου (με
μήνυμα στο messenger): «Αξία
και όρια της φιλοξενίας. Διλήμματα της εκκλησιαστικής αποστολής», Σύναξη 171
(2024) , σσ. 21-37.
Η ζωγραφιά: Arthur Rackham, "Rhinegold and the Valkyries", https://muddycolors.com/.../breaking-it-down-10-things.../

12 σχόλια:
Α. Το κείμενο του Θάνου Τζήμερου για το οποίο γίνεται λόγος, είναι το ακόλουθο:
ΕΝΑΣ ΛΕΩΝ, ΣΚΕΤΗ ΚΟΤΑ.
Ζει σε ένα αδιαπέραστο φρούριο - κράτος που έτσι και μπεις παράνομα σε βούτηξαν επί τόπου και σε έχωσαν στο μπουντρούμι, αλλά καλωσορίζει στη Λαμπεντούζα τους Αφρικανούς που μπούκαραν στην Ευρώπη, εκφράζοντας τη χριστιανική του αλληλεγγύη. Φυσικά στέλνει στα πέρατα της γης το καταστροφικότερo μήνυμα που θα μπορούσε να σταλεί: ελάτε όλοι, είστε αδέλφια μας!
Το εύκολο σχόλιο είναι να ειρωνευτώ την υποκρισία του Ποντίφηκα. Όμως θα κάνω το δύσκολο σχόλιο καταδεικνύοντας το ανεφάρμοστο του Χριστιανισμού στην ουσία του. Ο Χριστιανισμός, όπως και ο Μαρξισμός, είναι ένα σύστημα αξιών του φαντασιακού. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι αδέλφια, ως δήθεν παιδιά του Θεού. Δεν υπάρχει "ανθρωπότητα" ως ενιαία οντότητα. Δεν έχουμε καμμία υποχρέωση αλληλεγγύης παρά μόνο για ανθρώπους της δικής μας κοινότητας. Και αυτό δεν είναι υποχρέωση αλλά μηχανισμός επιβίωσης. Είναι αδύνατον να αγαπάς τους εχθρούς σου. Είναι απολύτως ανέφικτο! Είναι αδύνατον όταν κάποιος σε ραπίσει στη δεξιά παρειά να του γυρίσεις και την άλλη. Στην αρχαιότητα, το ράπισμα στη δεξιά παρειά αποτελούσε χειρονομία βαθιάς προσβολής και εξευτελισμού, όχι μόνο σωματικής βίας. Δεν έχεις κανέναν λόγο να την υφίστασαι. Είναι αδύνατον όταν έχεις δύο χιτώνες να δίνεις τον έναν.
Αν όλος ο κόσμος ακολουθούσε αυτούς τους κανόνες, θα μοιραζόταν ανάμεσα σε αυτούς που θα παρήγαν χιτώνες και σε εκείνους που θα περίμεναν τις δωρεές. Σε λίγο δεν θα υπήρχε κανένας για να παράγει. Το χειρότερο: θα υποδουλωνόταν στον πρώτον που θα άρχιζε να μοιράζει χαστούκια. Αν ένας Αφρικανός εισβολέας στη Λαμπεντούζα χαστούκιζε τον Πάπα θα του γύριζε και το άλλο μάγουλο; Γιατί τότε σε κάθε έξοδό του τον συνοδεύουν πάνοπλοι φρουροί;
Έτσι ο Πάπας Λέων είναι εγκλωβισμένος ανάμεσα στο δόγμα του φαντασιακού που πρέπει να υπηρετεί και στα προβλήματα του πραγματικού κόσμου. Είναι όμως θρησκευτικός ηγέτης, όχι πολιτικός, και έτσι επικρατεί το πρώτο. Δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Λυπάμαι που θα το πω αλλά ο Χριστιανισμός δεν αποτελεί ανάχωμα στο Ισλάμ αλλά μία, ίσως τη μεγαλύτερη, από τις πολλές "Κερκόπορτες" για την άλωση του Δυτικού κόσμου.
Η Δύση μπορεί να σωθεί μόνο αν ξαναγυρίσει στις "αντιχριστιανικές" αξίες που την έκαναν κάποτε παγκόσμιο κυρίαρχο, τις μόνες που έχουν αποτέλεσμα στον φυσικό κόσμο.
Β1. Ο κ. Αλέξανδρος Σκούρας έγραψε σχετικά σήμερα στο liberal.gr:
Ο Θάνος Τζήμερος με πρόσφατη ανάρτηση σε κοινωνικό δίκτυο θέτει ένα πραγματικό πρόβλημα. Αν μια κοινωνία μετατρέψει σε πολιτική εντολή το «αγάπα τον εχθρό σου», το «γύρνα και το άλλο μάγουλο» και το «δώσε τον έναν χιτώνα», ενώ απέναντί της βρίσκονται κοινότητες που δεν δεσμεύονται από αντίστοιχους κανόνες, δημιουργείται επικίνδυνη ασυμμετρία. Η Δύση, υποστηρίζει ουσιαστικά, αφοπλίζεται ηθικά. Γι’ αυτό ο Χριστιανισμός λειτουργεί ως «Κερκόπορτα» για το Ισλάμ. Το επιχείρημα μοιάζει να έχει συνοχή. Σφάλλει όμως θεμελιωδώς σε τρία επίπεδα.
Το πρώτο σφάλμα είναι ότι διαβάζει τις χριστιανικές εντολές ως πρόγραμμα δημόσιας διοίκησης. Το «αγάπα τον εχθρό σου» δεν σημαίνει ότι ο εχθρός παύει να είναι εχθρός. Το «γύρνα το άλλο μάγουλο» είναι παραίτηση από την προσωπική εκδίκηση, όχι κατάργηση του ποινικού δικαίου ή της νόμιμης άμυνας. Και η εντολή για τον χιτώνα αφορά τον δικό σου χιτώνα, δεν είναι σοσιαλιστικό πρόγραμμα αναδιανομής εισοδήματος. Ο Χριστιανισμός ζητά θυσία από τον πιστό. Ο κολεκτιβισμός οργανώνει τη θυσία των άλλων μέσω πολιτικής εξουσίας. Η εθελοντική αγαθοεργία δεν είναι αναδιανομή και η αγάπη προς τον ξένο δεν είναι κατάργηση των συνόρων. Ούτε ο Χριστιανισμός είναι εγχειρίδιο συνοριοφυλακής, ούτε και ζητά από τον συνοριοφύλακα να εγκαταλείψει το φυλάκιό του.
Το δεύτερο σφάλμα βρίσκεται στην ανθρωπολογία του. Ο κ. Τζήμερος γράφει ότι «ανθρωπότητα» δεν υπάρχει ως ενιαία οντότητα και ότι δεν έχουμε υποχρέωση αλληλεγγύης πέρα από τη «δική μας κοινότητα». Τότε τι ακριβώς είναι η «Δύση» που θέλει να σώσει; Γιατί ένας Έλληνας ανήκει σε ηθική κοινότητα με έναν Σουηδό ή έναν Αμερικανό, αλλά η κοινή ανθρώπινη ιδιότητα με έναν Νιγηριανό θεωρείται «φαντασιακή»; Η Δύση δεν είναι φυλή. Είναι κοινότητα θεσμών και αρχών που υπερβαίνουν τη συγγένεια. Αν η μόνη αληθινή υποχρέωση αφορά τους «δικούς μας», δεν θεμελιώνεις τη Δύση. Επιστρέφεις στη φυλή.
(συνεχίζεται)
Β2. (συνέχεια του Β1)
Το τρίτο σφάλμα είναι εμπειρικό. Ο κ. Τζήμερος ισχυρίζεται ότι οι χριστιανικές αξίες δεν «έχουν αποτέλεσμα στον φυσικό κόσμο» και οδηγούν σε υποδούλωση. Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι ο Χριστιανισμός προκαλεί πολιτική ισχύ. Αρκεί να δείξει ότι είναι συμβατός με αυτήν. Όλες οι προ-χριστιανικές αυτοκρατορίες, μαζί με τις περισσότερες προ-χριστιανικές θρησκείες, εξαφανίστηκαν. Η παγανιστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε ενώ η χριστιανική Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επέζησε περίπου μία ακόμη χιλιετία και πολέμησε επί αιώνες ισλαμικές δυνάμεις. Και η χριστιανικής καταγωγής Δύση απέκτησε παγκόσμια οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή από την εποχή του Διαφωτισμού μέχρι και τις μέρες μας. Αυτό δεν αποδεικνύει θεολογική αλήθεια. Διαψεύδει όμως τη θεωρία ότι η πίστη στο «άλλο μάγουλο» οδηγεί νομοτελειακά στην ήττα.
Υπάρχει πράγματι σοβαρό πρόβλημα στη σημερινή Δύση. Δεν είναι όμως η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος έχει ίση ηθική αξία. Είναι η σύγχυση της ίσης ανθρώπινης αξίας με την ίση πολιτική αξίωση. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει την ίδια αξία με εμένα χωρίς να έχει δικαίωμα να εγκατασταθεί στη χώρα μου. Μπορώ να σώσω έναν ναυαγό και να τον επαναπατρίσω. Να αρνηθώ να μισήσω έναν εγκληματία και να τον φυλακίσω. Να αναγνωρίζω την ανθρωπιά του εχθρού μου και ταυτόχρονα να τον νικήσω. Η χριστιανική αγάπη δεν καταργεί τη διάκριση. Ο δυτικός συναισθηματισμός συχνά την καταργεί. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.
Ο κ. Τζήμερος βλέπει σωστά την ασυμμετρία και διαγιγνώσκει λάθος την αιτία της. Η Δύση δεν κινδυνεύει επειδή αναγνωρίζει ότι ακόμη και ο εχθρός της είναι άνθρωπος. Ίσα ίσα, αν κάτι μας κάνει περήφανους για τον δυτικό πολιτισμό, είναι αυτή ακριβώς η έμφαση στον ανθρωπισμό με όλες της τις προεκτάσεις. Η Δύση κινδυνεύει όταν συμπεραίνει ότι επειδή κάποιος είναι άνθρωπος δεν δικαιούται να τον ονομάσει εχθρό, να φυλάξει τα σύνορά της ή να υπερασπιστεί τον τρόπο ζωής της. Αυτή δεν είναι χριστιανική εντολή. Είναι πολιτική παραίτηση. Δεν χρειάζεται να ξαναγίνουμε παγανιστές για να κλείσουμε την Κερκόπορτα. Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι μπορείς να αγαπάς τον πλησίον σου χωρίς να του παραδώσεις τα κλειδιά της πόλης
Β2. (συνέχεια του Β1)
Το τρίτο σφάλμα είναι εμπειρικό. Ο κ. Τζήμερος ισχυρίζεται ότι οι χριστιανικές αξίες δεν «έχουν αποτέλεσμα στον φυσικό κόσμο» και οδηγούν σε υποδούλωση. Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι ο Χριστιανισμός προκαλεί πολιτική ισχύ. Αρκεί να δείξει ότι είναι συμβατός με αυτήν. Όλες οι προ-χριστιανικές αυτοκρατορίες, μαζί με τις περισσότερες προ-χριστιανικές θρησκείες, εξαφανίστηκαν. Η παγανιστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε ενώ η χριστιανική Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επέζησε περίπου μία ακόμη χιλιετία και πολέμησε επί αιώνες ισλαμικές δυνάμεις. Και η χριστιανικής καταγωγής Δύση απέκτησε παγκόσμια οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή από την εποχή του Διαφωτισμού μέχρι και τις μέρες μας. Αυτό δεν αποδεικνύει θεολογική αλήθεια. Διαψεύδει όμως τη θεωρία ότι η πίστη στο «άλλο μάγουλο» οδηγεί νομοτελειακά στην ήττα.
Υπάρχει πράγματι σοβαρό πρόβλημα στη σημερινή Δύση. Δεν είναι όμως η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος έχει ίση ηθική αξία. Είναι η σύγχυση της ίσης ανθρώπινης αξίας με την ίση πολιτική αξίωση. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει την ίδια αξία με εμένα χωρίς να έχει δικαίωμα να εγκατασταθεί στη χώρα μου. Μπορώ να σώσω έναν ναυαγό και να τον επαναπατρίσω. Να αρνηθώ να μισήσω έναν εγκληματία και να τον φυλακίσω. Να αναγνωρίζω την ανθρωπιά του εχθρού μου και ταυτόχρονα να τον νικήσω. Η χριστιανική αγάπη δεν καταργεί τη διάκριση. Ο δυτικός συναισθηματισμός συχνά την καταργεί. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.
Ο κ. Τζήμερος βλέπει σωστά την ασυμμετρία και διαγιγνώσκει λάθος την αιτία της. Η Δύση δεν κινδυνεύει επειδή αναγνωρίζει ότι ακόμη και ο εχθρός της είναι άνθρωπος. Ίσα ίσα, αν κάτι μας κάνει περήφανους για τον δυτικό πολιτισμό, είναι αυτή ακριβώς η έμφαση στον ανθρωπισμό με όλες της τις προεκτάσεις. Η Δύση κινδυνεύει όταν συμπεραίνει ότι επειδή κάποιος είναι άνθρωπος δεν δικαιούται να τον ονομάσει εχθρό, να φυλάξει τα σύνορά της ή να υπερασπιστεί τον τρόπο ζωής της. Αυτή δεν είναι χριστιανική εντολή. Είναι πολιτική παραίτηση. Δεν χρειάζεται να ξαναγίνουμε παγανιστές για να κλείσουμε την Κερκόπορτα. Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι μπορείς να αγαπάς τον πλησίον σου χωρίς να του παραδώσεις τα κλειδιά της πόλης
Γ1. Κάποιος σχολιαστής στην ανάρτηση του Θάνου Τζήμερου, παρατήρησε:
Τὸ ἐντυπωσιακὸ στὴν παραπάνω τοποθέτηση δὲν εἶναι ἡ κριτικὴ πρὸς μία συγκεκριμένη πολιτικὴ πράξη. Κάθε πολιτικὴ ἀπόφαση μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ κρίνεται, νὰ συζητεῖται καὶ νὰ ἀξιολογεῖται. Τὸ πραγματικὰ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἀπὸ μία πολιτικὴ διαφωνία περνοῦμε σὲ μία συνολικὴ ἀπόρριψη τῆς χριστιανικῆς ἀντιλήψεως γιὰ τὸν ἄνθρωπο· κι ἐκεῖ βρίσκεται τὸ πραγματικὸ ζήτημα.
Διότι τὸ θέμα δὲν εἶναι ἂν ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι «βολικός» γιὰ τὸν σύγχρονο κόσμο. Τὸ θέμα εἶναι ἂν ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο βρίσκεται στὸ Εὐαγγέλιο ἢ στὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁπλῶς μία βιολογικὴ μονάδα ποὺ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐπιβίωσή της.
Ἀκούσαμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἕνα «σύστημα ἀξιῶν τοῦ φαντασιακοῦ». Ἀλλὰ ἡ Ἱστορία δείχνει ὅτι τὸ πιὸ μεγάλο «φαντασιακό» εἶναι ἡ πίστη ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κατανοήσει τὸν ἑαυτό του χωρὶς νὰ γνωρίζει τὸν Δημιουργό του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀρνεῖται ὅτι εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, τελικὰ δὲν γίνεται πιὸ ἐλεύθερος· γίνεται ἕνα πλάσμα χωρὶς βαθύτερο νόημα, ἕνας φορέας συμφερόντων, ἐνστίκτων καὶ ἀναγκῶν. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, τότε τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τοῦ δίδει ἀπόλυτη ἀξία; Ἡ δύναμή του; Ἡ χρησιμότητά του; Ἡ παραγωγικότητά του; Ἡ καταγωγή του; Ἡ ἔνταξή του σὲ μία κοινότητα; Ἀλλὰ τότε ὁ ἀδύναμος ἄνθρωπος χάνει τὴν ἀξία του. Καὶ ὅταν χαθεῖ ἡ ἀξία τοῦ προσώπου, ἀνοίγει ὁ δρόμος γιὰ κάθε μορφὴ ἀπανθρωπιᾶς.
Εἰπώθηκε ὅτι «δὲν ὑπάρχει ἀνθρωπότητα ὡς ἐνιαία ὀντότητα» καὶ ὅτι δὲν ὀφείλουμε ἀλληλεγγύη πέρα ἀπὸ τὴ δική μας κοινότητα. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ θέση δὲν εἶναι ἕνας ἀντικειμενικὸς νόμος τῆς φύσεως, ἀλλὰ μία φιλοσοφικὴ ἐπιλογή· καὶ μάλιστα μία ἐπιλογὴ ποὺ γεννᾷ δύσκολα ἐρωτήματα:
(συνεχίζετα).
Γ2 (συνέχεια του Γ1)
Ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ νοιάζεται μόνο γιὰ τὴ δική του ὁμάδα, τότε μὲ ποιο κριτήριο καταδικάζουμε τὴν ἀδικία ὅταν γίνεται ἀπὸ μία κοινότητα εἰς βάρος μιᾶς ἄλλης; Μὲ ποιο κριτήριο καταδικάζουμε τὴν τυραννία, τὴ δουλεία, τὴν ἐξόντωση τῶν ἀδυνάτων;
Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀρνεῖται τὴν ἔννοια τῆς πατρίδος, τῆς κοινότητος ἢ τῆς φυσικῆς ἀλληλεγγύης. Ἀλλὰ πηγαίνει βαθύτερα: βλέπει σὲ κάθε ἄνθρωπο τὸ πρόσωπο ποὺ ἔχει πλασθεῖ «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος δὲν εἶπε νὰ ἀγαποῦμε μόνο τοὺς ὁμοίους μας. Εἶπε: «Ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε;» Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη ἀρχίζει ἐκεῖ ὅπου τελειώνει τὸ φυσικὸ συμφέρον.
Κατόπιν ἀκοῦμε τὸ γνωστὸ ἐπιχείρημα: «Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγαπᾷς τοὺς ἐχθρούς σου». Βεβαίως καὶ εἶναι ἀδύνατον, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος στηρίζεται μόνο στὶς δικές του δυνάμεις. Ἀλλὰ ὁ Χριστιανισμὸς αὐτὸ ἀκριβῶς ὁμολογεῖ. Ὁ ἄνθρωπος μόνος του εἶναι ἀδύναμος. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστός. Δὲν ἦλθε νὰ δώσει μία ἠθικὴ θεωρία ἀνώτερη ἀπὸ τὶς ἄλλες. Ἦλθε νὰ θεραπεύσει τὴν πληγωμένη φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ κόσμος λέγει: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρήσει». Ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστίν». «Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μεταμορφώσει τὸν ἄνθρωπο». Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.
Μεγάλη παρανόηση γίνεται καὶ στὸ χωρίο: «Ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην». Ὁ Χριστὸς δὲν κάλεσε τοὺς μαθητές Του νὰ γίνουν δειλοὶ ἢ παθητικὰ θύματα τῆς ἀδικίας. Πρόκειται γιὰ τὴν καθ’ ὑπερβολὴν κατάργηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου: Καταργεῖ τὴν ἐκδίκηση, ὄχι τὴ δικαιοσύνη. Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ μισῶ τὸν ἐχθρό μου καὶ νὰ ζητῶ τὴν καταστροφή του, καὶ ἄλλο νὰ προστατεύω τὴ ζωή μου, τὴν οἰκογένειά μου, τὴν πατρίδα μου καὶ τοὺς ἀδυνάτους. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ἑρμηνεία. Ὅταν ὁ ὑπηρέτης τοῦ ἀρχιερέως Τὸν ἐράπισε, δὲν ἐκδικήθηκε. Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀποδέχθηκε τὴν ἀδικία σιωπηλός. Εἶπε: «Εἰ καλῶς ἐλάλησα, τί με δέρεις;» Αὐτὸ εἶναι τὸ χριστιανικὸ μέτρο: οὔτε μῖσος οὔτε δουλοπρέπεια. Ἀλήθεια μὲ πραότητα.
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν χιτῶνα. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέγει «τῷ ἔχοντι δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι», δὲν θεμελιώνει μία πολιτικὴ θεωρία καταργήσεως τῆς παραγωγῆς ἢ μία κοινωνία ἀναγκαστικῆς ἀναδιανομῆς. Ἡ χριστιανικὴ ἐλεημοσύνη εἶναι καρπὸς ἐλευθερίας καὶ ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη ποὺ ἐπιβάλλεται μὲ βία παύει νὰ εἶναι ἀγάπη.
(συνεχίζεται)
Γ3. (συνέχεια του Γ2)
Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξισωθεῖ μὲ τὶς νεωτερικὲς ἰδεολογίες, ὅπως ὁ Μαρξισμὸς ἢ οἱ ριζοσπαστικὲς μορφὲς τοῦ Φιλελευθερισμοῦ. Ὁ Μαρξισμὸς καὶ ὁ Φιλελευθερισμὸς γεννήθηκαν μέσα στὸ κλίμα τῆς νεωτερικότητος, τῆς ἰδέας τῆς αὐτονομίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ μπορεῖ νὰ ἀναμορφώσει ἐκ βάθρων τὸν κόσμο. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση καὶ ὁ Διαφωτισμὸς ἔδωσαν τὸ φιλοσοφικὸ καὶ πολιτικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀναπτύχθηκαν ὁ Μαρξισμὸς καὶ ὁ Φιλελευθερισμός, κι ἄλλες συγγενεῖς ἱδεολογίες. Ἄλλες ἐξ αὐτῶν ὕψωσαν τὸ ἄτομο ὡς ὕψιστη ἀρχή, ἄλλες τὴν κοινωνικὴ τάξη ἢ τὴν ἱστορικὴ ἀναγκαιότητα. Ὅμως κοινὸς πυρήνας παρέμεινε ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς ἀναφορὰ στὸν Θεό, μπορεῖ νὰ δημιουργήσει μόνος του τὴν τελικὴ μορφὴ τῆς κοινωνίας.
Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη παρουσιάζει ἕνα στοιχεῖο ποὺ θυμίζει τὸ πνεῦμα τῶν Γνωστικῶν: τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ μία ἀνώτερη γνώση, ἀπὸ μία ἰδεολογία, ἀπὸ μία ἐπίγνωση ποὺ θὰ ἀπελευθερώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ θὰ τὸν κάνει κύριο τῆς Ἱστορίας.
Ἀλλὰ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ μεγάλη χριστιανικὴ ἀντίρρηση: ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται ὅταν γίνεται αὐτόνομος ἀπὸ τὸν Θεό. Σώζεται ὅταν ξαναβρίσκει τὴν κοινωνία του μὲ τὸν Θεό. Δὲν χρειάζεται μία νέα ἰδεολογία σωτηρίας· χρειάζεται τὸν Σωτῆρα. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μία ἀκόμη κοσμικὴ θεωρία γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς κοινωνίας. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεανθρώπου, ἡ ὁποία ἀρνεῖται κάθε προσπάθεια νὰ πάρει ὁ ἄνθρωπος τὴ θέση τοῦ Θεοῦ.
Ὁ πραγματικὸς κίνδυνος γιὰ τὸν πολιτισμὸ δὲν εἶναι ἡ ἀγάπη. Εἶναι ἡ λήθη τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου. Μία κοινωνία ποὺ χάνει τὴν ἰδέα ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἔχει ἀξία ἐπειδὴ εἶναι ἄνθρωπος, ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀναζητήσει ἄλλα κριτήρια: τὴ δύναμη, τὴ χρησιμότητα, τὴν καταγωγή, τὸ συμφέρον. Καὶ τότε δὲν θὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Θὰ χαθεῖ.
Ἡ Δύση δὲν ἔγινε μεγάλη ἐπειδὴ ξέχασε τὸν Χριστό. Ἔγινε μεγάλη ἐπειδὴ, ἀκόμη καὶ μέσα στὶς πτώσεις καὶ τὶς ἀρνήσεις της, κράτησε μέσα της σπέρματα χριστιανικῆς ἀντιλήψεως γιὰ τὸ πρόσωπο, τὴν ἀξία καὶ τὴν ἐλευθερία.
Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι «Κερκόπορτα» τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι ἡ ὁμολογία ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι λύκος γιὰ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη ὅτι πίσω ἀπὸ κάθε πρόσωπο βρίσκεται μία εἰκόνα Θεοῦ. Καὶ ὅποιος ἀπορρίπτει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, δὲν ἀπελευθερώνει τὸν ἄνθρωπο. Ἀπλῶς τὸν μικραίνει: ἀπὸ πρόσωπο ποὺ κλήθηκε στὴν αἰωνιότητα, τὸν ὑποβιβάζει σὲ βιολογικὴ μονάδα, σὲ οἰκονομικὴ συνιστῶσα, σὲ καταναλωτὴ ἀναγκῶν καὶ σὲ γρανάζι τοῦ κόσμου.
Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξισωθεῖ μὲ τὶς νεωτερικὲς ἰδεολογίες, ὅπως ὁ Μαρξισμὸς ἢ οἱ ριζοσπαστικὲς μορφὲς τοῦ Φιλελευθερισμοῦ. Ὁ Μαρξισμὸς καὶ ὁ Φιλελευθερισμὸς γεννήθηκαν μέσα στὸ κλίμα τῆς νεωτερικότητος, τῆς ἰδέας τῆς αὐτονομίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ μπορεῖ νὰ ἀναμορφώσει ἐκ βάθρων τὸν κόσμο. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση καὶ ὁ Διαφωτισμὸς ἔδωσαν τὸ φιλοσοφικὸ καὶ πολιτικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀναπτύχθηκαν ὁ Μαρξισμὸς καὶ ὁ Φιλελευθερισμός, κι ἄλλες συγγενεῖς ἱδεολογίες. Ἄλλες ἐξ αὐτῶν ὕψωσαν τὸ ἄτομο ὡς ὕψιστη ἀρχή, ἄλλες τὴν κοινωνικὴ τάξη ἢ τὴν ἱστορικὴ ἀναγκαιότητα. Ὅμως κοινὸς πυρήνας παρέμεινε ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς ἀναφορὰ στὸν Θεό, μπορεῖ νὰ δημιουργήσει μόνος του τὴν τελικὴ μορφὴ τῆς κοινωνίας.
Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη παρουσιάζει ἕνα στοιχεῖο ποὺ θυμίζει τὸ πνεῦμα τῶν Γνωστικῶν: τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ μία ἀνώτερη γνώση, ἀπὸ μία ἰδεολογία, ἀπὸ μία ἐπίγνωση ποὺ θὰ ἀπελευθερώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ θὰ τὸν κάνει κύριο τῆς Ἱστορίας.
Ἀλλὰ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ μεγάλη χριστιανικὴ ἀντίρρηση: ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται ὅταν γίνεται αὐτόνομος ἀπὸ τὸν Θεό. Σώζεται ὅταν ξαναβρίσκει τὴν κοινωνία του μὲ τὸν Θεό. Δὲν χρειάζεται μία νέα ἰδεολογία σωτηρίας· χρειάζεται τὸν Σωτῆρα. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μία ἀκόμη κοσμικὴ θεωρία γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς κοινωνίας. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεανθρώπου, ἡ ὁποία ἀρνεῖται κάθε προσπάθεια νὰ πάρει ὁ ἄνθρωπος τὴ θέση τοῦ Θεοῦ.
Ὁ πραγματικὸς κίνδυνος γιὰ τὸν πολιτισμὸ δὲν εἶναι ἡ ἀγάπη. Εἶναι ἡ λήθη τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου. Μία κοινωνία ποὺ χάνει τὴν ἰδέα ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἔχει ἀξία ἐπειδὴ εἶναι ἄνθρωπος, ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀναζητήσει ἄλλα κριτήρια: τὴ δύναμη, τὴ χρησιμότητα, τὴν καταγωγή, τὸ συμφέρον. Καὶ τότε δὲν θὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Θὰ χαθεῖ.
Ἡ Δύση δὲν ἔγινε μεγάλη ἐπειδὴ ξέχασε τὸν Χριστό. Ἔγινε μεγάλη ἐπειδὴ, ἀκόμη καὶ μέσα στὶς πτώσεις καὶ τὶς ἀρνήσεις της, κράτησε μέσα της σπέρματα χριστιανικῆς ἀντιλήψεως γιὰ τὸ πρόσωπο, τὴν ἀξία καὶ τὴν ἐλευθερία.
Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι «Κερκόπορτα» τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι ἡ ὁμολογία ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι λύκος γιὰ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη ὅτι πίσω ἀπὸ κάθε πρόσωπο βρίσκεται μία εἰκόνα Θεοῦ. Καὶ ὅποιος ἀπορρίπτει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, δὲν ἀπελευθερώνει τὸν ἄνθρωπο. Ἀπλῶς τὸν μικραίνει: ἀπὸ πρόσωπο ποὺ κλήθηκε στὴν αἰωνιότητα, τὸν ὑποβιβάζει σὲ βιολογικὴ μονάδα, σὲ οἰκονομικὴ συνιστῶσα, σὲ καταναλωτὴ ἀναγκῶν καὶ σὲ γρανάζι τοῦ κόσμου.
Δ1. Ας δούμε τώρα και το αριστερίστικο παραλήρημα που επίσης σχολιάζει την ανάρτηση Τζήμερου και το οποίο εκθειάζει ο ακροαριστερός συντάκτης του κειμένου της παρούσας δημοσίευσης του ιστολογίου. Η χαρακτηριστική ευκολία με την οποία όλοι αυτοί οι τύποι οι ντεμέκ "προοδευτικοί" μάς κολλάνε χαρακτηρισμούς όπως "ακροδεξιοί", "ναζιστές", "φασίστες" κ.λπ. κ.λπ., μας δίνει το δικαίωμα κι εμάς με την ίδια ευκολία να τους χαρακτηρίσουμε ως αριστεριστές, ακροαριστερούς, μπολσεβίκους και σταλινάκια. Και θαρρώ πως αυτά τα εκλαμβάνουν ως άκρως τιμητικά γι' αυτούς, οπότε κανένα πρόβλημα. Ο καθένας ας συγκρίνει την ποιότητα της κριτικής των τριών σχολιασμών κι ας βγάλει τα συμπεράσματά του.
"Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον αυτό το ποστ του Θάνου Τζήμερου στο οποίο κατακεραυνώνει τον Πάπα Λέοντα εξαιτίας της αλληλέγγυας στάσης του απέναντι στους μετανάστες και της συνέπειάς του στο «ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με» (Μτθ. 25:35) του ιδρυτή της θρησκείας του. Μου δίνει το πάτημα να εκθέσω κάποιους προβληματισμούς που διερευνώ επί αρκετά χρόνια.
Εδώ ο Τζήμερος, μέσα στον νεοφιλελεύθερο κυνισμό και παροξυσμό που τον χαρακτηρίζουν, κατά τη γνώμη μου είναι πολύ τίμιος ως προς τις ιδέες του. Εκφράζει με αποκαλυπτική ειλικρίνεια όσα πιστεύει ο μέσος ακροδεξιός ξενοφοβικός ρατσιστής και εθνικιστής, αλλά λίγοι τολμούν να ψελλίσουν.
Ο χριστιανισμός, πράγματι, στον πυρήνα της διδασκαλίας του, στο μεδούλι του, στο απόσταγμα της ουσίας του, και ανεξάρτητα από τις πολυάριθμες ιστορικές στρεβλώσεις του, βρίσκεται στον αντίποδα του φυλετικού εθνικισμού. Το χάσμα είναι αγεφύρωτο -και όταν κάποιοι προσπαθούν να ταυτίσουν αυτά τα δύο, δεν μπορεί παρά να δημιουργούν μια Χίμαιρα.
Και όντως, πώς συμβιβάζονται τα «ἐξ ἑνὸς αἵματος πάντες ἐσμέν», τα «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην» και ο ριζοσπαστικός τρόπος που ορίζει ο Ιησούς την έννοια της οικογένειας και της κοινότητας (Μτθ. 12: 46-50) με τη λατρεία που αποδίδουν οι εθνικιστές στην «καθαρότητα του αίματος», στους συγγενικούς δεσμούς, στη χθόνια εντοπιότητα;
(συνεχίζεται)
Δ2. "Προτιμώ την ειλικρίνεια του Τζήμερου και του κάθε Τζήμερου από κάτι υποκριτές δεξιούς/ακροδεξιούς πολιτικάντηδες που κάνουν τεράστια σταυροκοπήματα και ασπασμούς εικόνων on camera ομνύοντας στο "πατρίς-θρησκεία-οικογένεια", την ίδια ώρα που οι ιδέες και οι πολιτικές τους στρέφονται με σφοδρότητα ενάντια στους μετανάστες και τις μετανάστριες, τους πρόσφυγες, τους φτωχούς, τους αδύναμους, τους περιθωριοποιημένους, τα τρανς άτομα, όσες και όσους δεν χωράνε στο πατριαρχικά δομημένο, εθνοφυλετικά συγκροτημένο και ιδεολογικά πειθαρχημένο έθνος-κράτος.
Οι αποστροφές του Τζήμερου ότι «δεν είναι όλοι οι άνθρωποι αδέλφια», ότι «δεν υπάρχει “ανθρωπότητα” ως ενιαία οντότητα» και ότι «δεν έχουμε καμμία υποχρέωση αλληλεγγύης παρά μόνο για ανθρώπους της δικής μας κοινότητας» είναι γνήσιος εθνικοσοσιαλιστικός λόγος. Θυμίζει το μίσος των ναζί απέναντι στη χριστιανική θρησκεία, την οποία, πίσω από τις διακηρύξεις τους περί «θετικού χριστιανισμού» σκόπευαν να αντικαταστήσουν από μια παγανιστική και εθνοφυλετική ειδωλολατρία. Θεωρούσαν τη φιλανθρωπία και την αλληλεγγύη «ιουδαϊκά κατασκευάσματα», εκ διαμέτρου αντίθετα με τη δύναμη των ενστίκτων, το σωματικό σφρίγος και την «πολεμική αρετή» του «Νέου Ανθρώπου». Πιάνοντας το νήμα από τον Νίτσε, θεωρούσαν ότι η «θρησκεία της ερήμου» αλλοτρίωσε τον «αυθεντικό Γερμανό», του κατέστειλε τις φυσικές επιθυμίες και του ενστάλαξε την ιδέα της αμαρτίας, ευνουχίζοντάς τον ψυχικά με βδελυρές έννοιες όπως το έλεος, η ευσπλαχνία και η συμπόνοια στον αδύναμο.
Γνώριζαν καλά οι ναζί ότι, παρά τις στρεβλώσεις, τα λάθη και τα εγκλήματα του ιστορικού χριστιανισμού, ο πολιτισμός που υπονόμευε την υλοποίηση ναζιστικών οραμάτων όπως το Πρόγραμμα Ευθανασίας Τ-4, ήταν (και παραμένει) ένας πολιτισμός διαποτισμένος από τη χριστιανική διδασκαλία της ευσπλαχνίας, της ισότητας και της μέριμνας προς τους αδύναμους."
Δ3. "Όταν ο Τζήμερος θεωρεί ότι ο χριστιανισμός αποτελεί την «κερκόπορτα» για την «άλωση του Δυτικού κόσμου», δεν πρωτοτυπεί. Πριν από 100+ χρόνια ο ηγέτης της εθνικιστικής Δεξιάς Έριχ Λούντερτορφ είχε πει (και οι ναζιστές επίγονοί του επαναλάμβαναν) ότι: «Η Γερμανία θα είχε αναδειχθεί νικήτρια το 1918, αν δεν είχε χριστιανική κουλτούρα και αν, επομένως, ήξερε στ’ αλήθεια να μάχεται». Ο δε Χίμλερ θεωρούσε τον χριστιανισμό «τη μεγαλύτερη μάστιγα που θα μπορούσε να μας πλήξει στην πορεία της ιστορίας», ενώ ο Χίτλερ, σε ιδιωτικές του συνομιλίες, έλεγε ότι «πρέπει να κάνουμε κομμάτια τις πλάκες του όρους Σινά» (δηλ. τον «Δεκάλογο») και «να εξαγνίσουμε το αίμα μας» από το δηλητήριο της «καταραμένης συνείδησης», όπως διατυπώθηκε στην Επί του Όρους Ομιλία -από την οποία, σύμφωνα με τους ναζί, παράχθηκαν οι κάθε λογής οικουμενισμοί: ο ουμανισμός, ο Διαφωτισμός και βέβαια ο μαρξισμός.
Ο μαρξισμός, ενάντια στον οποίο λυσσούν πιο φανερά οι νεοφιλελεύθεροι και οι ακροδεξιοί/ναζιστές σύμμαχοί τους, εξέφρασε στη νεοτερικότητα με επαναστατική ενάργεια και υλιστικούς μη-θεϊστικούς όρους, αυτό ακριβώς το οικουμενικό πρόταγμα της «ενιαίας ανθρωπότητας» των από κάτω, των καταπιεσμένων εργαζόμενων τάξεων, πέρα από εθνικούς και φυλετικούς φραγμούς. Σε άλλο ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο, οι πληβείοι του ελληνορωμαϊκού κόσμου είχαν βρει στον χριστιανισμό -πριν αυτός θεσμοποιηθεί και υποκύψει στην κοσμική εξουσία- το καταφύγιο της αδελφοσύνης, της κοινοκτημοσύνης και της αλληλεγγύης. Γι’ αυτό και οι ναζί αποκαλούσαν υποτιμητικά το πρώτο χριστιανικό κίνημα ως τον «μπολσεβικισμό της αρχαιότητας».
Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι σήμερα, στη μετα-χριστιανική Ευρώπη, οι ριζοσπαστικοί αριστεροί, οι κομμουνιστές, οι αναρχικοί και εν γένει οι αλληλέγγυοι, αν και συνήθως (όχι συνολικά) άθεοι, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη διδασκαλία του Ιησού και του «μπολσεβικισμού της αρχαιότητας» -είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, είτε τους αρέσει είτε όχι- από τους καθωσπρέπει ευσεβιστές με τους μεγαλόσταυρους που χειροκροτούν γενοκτονίες, βυθίζουν βάρκες στη Μεσόγειο και καλλιεργούν hate speech για ολόκληρες κατηγορίες πληθυσμών τους οποίους θεωρούν «υπανθρώπους».
Εν κατακλείδι, ο Τζήμερος είναι πολύ συνεπής με τον κοινωνικό δαρβινισμό του όταν στην τελευταία παράγραφο διακηρύττει ότι η Δύση μπορεί να σωθεί μόνο αν ξαναγυρίσει στις αντιχριστιανικές αξίες της. Αυτές οι «αντιχριστιανικές αξίες», όπως τις αντιλαμβάνονται οι νεοφιλελεύθεροι, είναι οι «αξίες» της καπιταλιστικής ανθρωποφαγίας και ασπλαχνίας, της ιεραρχίας, της ασυδοσίας των οικονομικών ελίτ και της ανισότητας, ποτισμένες με μπόλικο ρατσισμό.
Ευχαριστούμε, δεν θα πάρουμε".
Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου αναφέρεται, πολύ σωστά, το σκοτάδι του Άουσβιτς, οι βρυκόλακες του ναζισμού, κλπ.
Σκοτάδι όμως υπήρχε και αλλού, στην Σοβιετική Ρωσία, με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (γκουλάγκ), τις φυλακίσεις αντιφρονούντων, τις εξορίες στους πάγους της Σιβηρίας, τα καταναγκαστικά έργα, τις εκτελέσεις, τις παρακολουθήσεις των πολιτών, την καταπίεση των ελευθεριών, κλπ.
Τα βιβλία του Σολζενίτσυν είναι διαφωτιστικά για την εποχή εκείνη, αλλά ακόμη και ο βίος του Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας δίνει πολλά χρήσιμα στοιχεία για τις συνθήκες που βίωσαν οι άνθρωποι εκεί.
Φυσικά, πολύ καλά κάνουμε και αναφέρουμε τα μεν, αλλά να μην ξεχνάμε και τα δέ.
Δημοσίευση σχολίου