Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Όταν ο πόνος γίνεται θέαμα στα ΜΜΕ από εμάς!

Σήμερα το πρωί στον σταθμό του Μετρό «Άγιος Αντώνιος», ένας άνδρας έπεσε στις γραμμές την ώρα που προσέγγιζε ο συρμός. Η κυκλοφορία στη Γραμμή 2 διακόπηκε προσωρινά, τρεις σταθμοί τέθηκαν εκτός λειτουργίας και στο σημείο έσπευσαν Πυροσβεστική, Αστυνομία και ΕΚΑΒ. 
Ο άνδρας ανασύρθηκε χωρίς τις αισθήσεις του και λίγο αργότερα επιβεβαιώθηκε ο θάνατός του. 
 
Μέχρι εδώ η είδηση. 
Ύστερα αρχίζει μια δεύτερη, λιγότερο έκτακτη επειδή επαναλαμβάνεται πλέον σχεδόν παντού και ακριβώς γι’ αυτό πολύ πιο ανησυχητική. 
Ενώ ένας άνθρωπος βρισκόταν κάτω από έναν ακινητοποιημένο συρμό, ένα κινητό τηλέφωνο σηκώθηκε για να καταγράψει την εικόνα. 
Μια ασήμαντη, θα έλεγε κανείς, χειρονομία μπροστά στο μέγεθος του θανάτου. 
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη χειρονομία συμπυκνώνεται σχεδόν ολόκληρη η πολιτισμική μετάλλαξη της εποχής μας. 
 
Κάποτε μπροστά στον θάνατο ο άνθρωπος πάγωνε, αποστρεφόταν το βλέμμα, έκανε τον σταυρό του, έτρεχε να βοηθήσει ή στεκόταν αμήχανος μπροστά στη συνείδηση ότι είχε εισέλθει σε μια περιοχή όπου οι καθημερινές χειρονομίες αναστέλλονται. 
Τώρα βγάζει το κινητό. Εξαιρετική πρόοδος. 
 
Χρειάστηκαν χιλιετίες πολιτισμού για να μάθει ο άνθρωπος να σκεπάζει τον νεκρό και μερικές δεκαετίες ψηφιακής εκπαίδευσης για να μάθει να τον ξεσκεπάζει ξανά με την κάμερα. Ο άνθρωπος από κάτω, η συσκευή από πάνω και ανάμεσά τους ολόκληρη η θριαμβευτική αφήγηση της σύγχρονης ορατότητας.
 
Θα ήταν εξαιρετικά βολικό να αποδώσουμε το φαινόμενο στην «κακή χρήση των κινητών». 
Θα απαλλάσσαμε έτσι και τον εαυτό μας και τον πολιτισμό που κατασκευάσαμε. 
Γιατί το κινητό δεν δημιούργησε αυτή τη μετάλλαξη. 
Την έκανε απλώς ορατή. 
Αυτό που έχει μεταβληθεί είναι η ίδια η πολιτική οικονομία του βλέμματος. 
Ανάμεσα στο γεγονός και στη συνείδηση παρεμβάλλεται πλέον σχεδόν αντανακλαστικά ένας φακός. 
 
Δεν βιώνουμε το συμβάν, το καταγράφουμε. 
Δεν στεκόμαστε ενώπιον του άλλου, τον μετατρέπουμε σε αντικείμενο θέασης. 
Δεν γνωρίζουμε πια εύκολα τη διαφορά ανάμεσα στο «ήμουν εκεί» και στο «έχω υλικό». 
Η ψηφιακή εξουσία πέτυχε έτσι κάτι ασυγκρίτως βαθύτερο από το να αιχμαλωτίσει την προσοχή μας. 
Αναδιοργάνωσε τη σχέση μας με το πραγματικό και μας εκπαίδευσε να το αντιλαμβανόμαστε ως δυνητικό περιεχόμενο. 
 
Το δυστύχημα, ο ξυλοδαρμός, το φορείο, ο άνθρωπος που καταρρέει, ο θρήνος, το σώμα στην άσφαλτο, όλα μπορούν να εισαχθούν στην ατέρμονη κυκλοφορία εικόνων. 
Ο πόνος γίνεται θέαμα, το θέαμα παράγει θέαση, η θέαση παράγει αριθμό και ο αριθμός επιστρέφει στον χρήστη ως μικρή δόση κοινωνικής επικύρωσης. 
 
Και ύστερα, βεβαίως, «ανεβαίνει». 
 
Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος απέκτησε αυτή την παράδοξη αίσθηση ιδιοκτησίας πάνω στην οδύνη του άλλου, σαν η τυχαία παρουσία του σε μια τραγωδία να του παραχωρεί και τα δικαιώματα αναμετάδοσής της. Δεν χρειάζεται πια να είσαι κυνικός για να συμπεριφερθείς κυνικά. 
Ούτε καν να αποφασίσεις ότι θα γίνεις. 
Αρκεί να έχεις κάμερα, σύνδεση και να έχει ατροφήσει μέσα σου εκείνο το εσωτερικό «μη» που κάποτε προηγούνταν από την πράξη.
 
Και ακριβώς εδώ η χριστιανική θεολογία αντιτάσσει στην ολοκληρωτική απαίτηση της ορατότητας μια λέξη σχεδόν ακατανόητη για τον πολιτισμό της έκθεσης. 
 
Πρόσωπο. 
 
Ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που μπορείς να δεις από εκείνον, ούτε αυτό που μπορείς να καταγράψεις, να αποθηκεύσεις, να αναπαραγάγεις και να 
διακινήσεις από εκείνον. 
Ως εἰκὼν Θεοῦ φέρει ένα βάθος που δεν παραχωρείται στην περιέργεια του άλλου. 
 
Γι’ αυτό η κάλυψη του νεκρού σώματος αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και υψηλότερες χειρονομίες πολιτισμού. Σκεπάζουμε εκείνον που δεν μπορεί πλέον να προστατεύσει την έκθεσή του. 
Η Εκκλησία θυμιάζει τον νεκρό, τον ονομάζει, τον ασπάζεται, προσεύχεται γι’ αυτόν και τον παραδίδει στη γη. 
Δεν τον εκθέτει. 
Και όταν ένας άνθρωπος έχει οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή, αυτή η αξίωση της σιωπής γίνεται ακόμη βαρύτερη. 
Κανείς μας δεν γνωρίζει την εσωτερική νύχτα που προηγήθηκε. 
Κανείς δεν γνωρίζει τι συνέβη μέσα σε εκείνον τον άνθρωπο ένα λεπτό πριν από την πτώση, ποια ερημία είχε προηγηθεί, ποιο αβάσταχτο βάρος είχε καταστήσει τον θάνατο νοητό. Εκεί τελειώνει η περιέργειά μας. 
 
Εκεί αρχίζει το έλεος. 
 
Και το έλεος δεν είναι συναίσθημα. 
 
Είναι όριο. 
 
Είναι η απόφαση ότι ο άλλος, ακόμη και στην πιο ανυπεράσπιστη στιγμή του, δεν μου ανήκει.
 
Γι’ αυτό σταματήστε επιτέλους με τα κινητά. 
 
Σταματήστε. 
 
Και κυρίως σταματήστε να παραδίδετε στα δίκτυα την καταστροφή των άλλων σαν να σας παραχωρήθηκαν, επειδή βρεθήκατε τυχαία εκεί, τα δικαιώματα της τελευταίας τους στιγμής. 
Δεν είναι ενημέρωση. 
Δεν είναι μαρτυρία. 
Δεν είναι «η πραγματικότητα όπως είναι». 
 
Είναι η κατάργηση εκείνης της εσωτερικής απαγόρευσης που κάποτε ονομαζόταν αιδώς. Κατεβάστε το κινητό όταν περνάει το φορείο. 
Κατεβάστε το όταν κάποιος κείτεται στην άσφαλτο. Κατεβάστε το όταν ένας άνθρωπος ανασύρεται από τις γραμμές ενός τρένου. 
Κατεβάστε το όταν ένας γονιός θρηνεί. 
Δεν χρειάζεται να φωτογραφηθούν όλα. 
Δεν δικαιούμαστε να δούμε τα πάντα. 
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η άρνηση της εικόνας γίνεται πράξη πολιτική, πράξη θεολογική, πράξη βαθύτατα ανθρώπινη. 
Γιατί ο πολιτισμός δεν άρχισε όταν ο άνθρωπος απέκτησε τη δυνατότητα να βλέπει. 
Άρχισε όταν έμαθε ότι μπροστά σε ορισμένα πράγματα οφείλει να χαμηλώνει το βλέμμα. 
 
Ο πολιτισμός άρχισε όταν ο άνθρωπος έμαθε να σκεπάζει τον νεκρό. 
 
Η βαρβαρότητα επιστρέφει όταν σηκώνει το κινητό για να τον ξεσκεπάσει. 
Μάνος Λαμπράκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια: