Το όνομα μου είναι Ιορδάνης.
Δεν λέω εύκολα τι δουλειά κάνω. Αν με ρωτήσουν σε
κάποιο τραπέζι, λέω πως εργάζομαι σε γραφείο τελετών και κοιτάζω αμέσως αλλού,
μήπως και αρκεστούν σε αυτό. Οι περισσότεροι δεν αρκούνται. Θέλουν να μάθουν.
Ρωτούν αν φοβάμαι τους νεκρούς, αν τους βλέπω στον ύπνο μου, αν έχω συνηθίσει
τη μυρωδιά, αν μου έχει τύχει ποτέ να σηκωθεί κανείς. Γελούν όταν το λένε. Οι
ζωντανοί γελούν πολύ όταν πλησιάζουν κάτι που δεν αντέχουν. Τους αφήνω. Δεν
τους εξηγώ ότι οι
νεκροί δεν με φόβισαν ποτέ. Οι ζωντανοί με φοβίζουν, όταν στέκονται έξω από την πόρτα και περιμένουν να
τους παραδώσω εκείνον που ακόμη το πρωί αποκαλούσαν παιδί τους.
Τα παιδιά τα ντύνω τελευταίa.
Όχι επειδή είναι πιο δύσκολο. Έπειτα από τόσα
χρόνια, τα χέρια γνωρίζουν τη σειρά. Πρώτα καθαρίζεις προσεκτικά το σώμα,
ύστερα τα μαλλιά, το πρόσωπο, τα νύχια. Διαλέγεις τα ρούχα που έφεραν οι
γονείς. Κάποτε είναι τα καλά τους, εκείνα που φορούσαν στις γιορτές. Άλλοτε μια
φόρμα, ένα μπλουζάκι με έναν ήρωα, τα αθλητικά παπούτσια που δεν πρόλαβαν να
παλιώσουν. Μια μητέρα μού έφερε κάποτε δύο αλλαξιές, επειδή δεν μπορούσε να
αποφασίσει. «Με το μπλε ήταν πιο όμορφος», μου είπε, «αλλά το κόκκινο το
αγαπούσε». Τα κρατούσε και τα δύο σφιχτά, σαν να εξαρτιόταν από την επιλογή της
το πού θα πήγαινε το παιδί. Της είπα να μου τα αφήσει. Όταν έφυγε, έβαλα το
κόκκινο από μέσα και το μπλε από πάνω. Δεν ξέρω αν έκανα σωστά. Σε αυτή τη
δουλειά κάνεις συχνά πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει σωστό.
Τα παιδιά που ήταν αγνοούμενα έρχονται διαφορετικά. Πριν φτάσουν σ’ εμάς
έχουν περάσει από φωτογραφίες στις ειδήσεις, από ανακοινώσεις της αστυνομίας,
από αφίσες κολλημένες σε κολόνες και βιτρίνες. Ολόκληρη η χώρα έχει μάθει το
πρόσωπό τους ζωντανό. Έχει δει το σχολικό πορτρέτο, το χαμόγελο, το χρώμα των
ματιών, το μπουφάν που φορούσαν την τελευταία ημέρα. Για λίγο γίνονται παιδιά
όλων. Όλοι τα αναζητούν, όλοι γράφουν μια ευχή, όλοι λένε πως πρέπει να
βρεθούν. Ύστερα βρίσκονται. Και τότε παύουν απότομα να ανήκουν σε όλους.
Επιστρέφουν σε μια μητέρα και σ’ έναν πατέρα που πρέπει να δεχθούν ότι η λέξη
«βρέθηκε» δεν σημαίνει πάντοτε σωτηρία.
Εγώ τα παραλαμβάνω μετά.
Δεν ρωτώ πολλά. Έμαθα νωρίς πως η περιέργεια είναι ασέβεια όταν δεν
υπηρετεί καμία ανάγκη. Διαβάζω μόνο όσα χρειάζονται για να καταλάβω τι μπορώ να διορθώσω και τι
πρέπει να καλύψω. Δεν θα πω περισσότερα. Ο κόσμος πιστεύει ότι ο θάνατος
χρειάζεται περιγραφή για να γίνει αληθινός. Δεν χρειάζεται. Αρκεί ένα μικρό
παπούτσι επάνω στον μεταλλικό πάγκο. Αρκεί ένα λαστιχάκι για τα μαλλιά μέσα σε
μια σακούλα. Αρκεί η ερώτηση ενός πατέρα: «Θα φαίνεται όπως πριν;»
Τι να του απαντήσεις;
Πριν από τι;
Πριν χαθεί; Πριν φοβηθεί; Πριν μάθει όσα κανένα
παιδί δεν πρέπει να μάθει; Πριν αρχίσουν να το αναζητούν άνθρωποι με φακούς,
σκυλιά και κάμερες; Οι γονείς, όταν μου παραδίδουν τα ρούχα, δεν ζητούν από
εμένα να ντύσω έναν νεκρό. Μου ζητούν να τους επιστρέψω για λίγα λεπτά το παιδί
που θυμούνται. Να κλείσω επάνω του όσα συνέβησαν μετά την τελευταία φορά που το
είδαν. Να τους επιτρέψω να σταθούν μπροστά στο φέρετρο και να πουν: «Ναι, αυτό
είναι το παιδί μου». Η δουλειά μου δεν είναι να νικήσω τον θάνατο. Είναι να εμποδίσω τον τρόπο
του θανάτου να γίνει η τελευταία εικόνα της ζωής.
Γι’ αυτό εργάζομαι αργά.
Μιλώ καμιά φορά στα παιδιά. Όχι επειδή πιστεύω ότι
με ακούν. Ούτε επειδή δεν το πιστεύω. Σε τόσα χρόνια έμαθα να μην αποφασίζω για
πράγματα που υπερβαίνουν τη γνώση μου. Τους λέω μόνο τι κάνω. «Θα σου χτενίσω
τώρα τα μαλλιά». «Η μαμά σου έφερε αυτό το πουκάμισο». «Θα βάλω το κορδόνι μέσα
για να μη σε πιέζει». Λέξεις απλές. Λέξεις που θα μπορούσε να πει ένας γονιός
ετοιμάζοντας το παιδί του για το σχολείο. Κάποιος πρέπει να διατηρήσει γύρω από αυτό το σώμα
τη γλώσσα της φροντίδας. Ο θάνατος έχει ήδη πει όσα είχε να πει.
Δυσκολότερα είναι τα μαλλιά. Δεν ξέρω γιατί. Μπορώ
να αγγίξω τα χέρια, να κουμπώσω το πουκάμισο, να δέσω τα παπούτσια. Όταν όμως
έρχεται η ώρα να χτενίσω ένα παιδί, πάντοτε σκέφτομαι ότι κάποιος το έκανε αυτό
όσο ζούσε. Κάποια μητέρα το κυνηγούσε μέσα στο σπίτι με τη χτένα. Κάποιος
πατέρας έβρεχε τα δάχτυλά του και πίεζε μια τούφα που σηκωνόταν. Το παιδί
διαμαρτυρόταν, βιαζόταν, δεν καθόταν ήσυχο. Τώρα κάθεται. Αυτή η απόλυτη υπακοή των νεκρών παιδιών
είναι το πιο αφόρητο πράγμα στη δουλειά μου.
Οι μεγάλοι έρχονται σ’ εμάς έχοντας προλάβει να
αποκτήσουν πολλές ηλικίες. Στο πρόσωπο ενός γέρου μπορείς να διακρίνεις τον νέο
που υπήρξε, τον σύζυγο, τον πατέρα, τον εργαζόμενο, τον άρρωστο, εκείνον που
κουράστηκε. Ο θάνατός του, όσο κι αν πονά, ακουμπά επάνω σε μια ζωή που έχει
ήδη ειπωθεί. Στα παιδιά δεν έχεις παρελθόν να διαβάσεις. Έχεις μέλλον που
διακόπηκε. Τα κοιτάζεις και δεν βλέπεις μόνο όσα ήταν. Βλέπεις όλα όσα δεν θα
γίνουν. Το ύψος που δεν θα πάρουν. Τα δόντια που δεν θα αλλάξουν. Τη φωνή που δεν
θα βαθαίνει. Τους έρωτες που δεν θα τα ταράξουν. Τα λάθη που δεν θα κάνουν. Τα
κλειδιά που δεν θα ξεχάσουν. Τη μέρα που δεν θα φύγουν από το σπίτι και τη μέρα
που δεν θα επιστρέψουν κρατώντας το δικό τους παιδί.
Κι έπειτα ανοίγει η πόρτα.
Πρώτα μπαίνει συνήθως εκείνος που δείχνει
δυνατότερος. Δεν είναι πάντοτε ο πατέρας. Δεν είναι πάντοτε άνδρας. Σε τέτοιες
ώρες οι ρόλοι διαλύονται. Κάποιος προχωρά και κάποιος μένει πίσω. Κάποιος
φωνάζει και κάποιος δεν βγάζει φωνή. Άλλος αγγίζει το παιδί αμέσως. Άλλος
στέκεται σε απόσταση, σαν να φοβάται ότι με ένα άγγιγμα θα επικυρώσει αυτό που
ακόμη μπορεί να αρνηθεί. Εγώ απομακρύνομαι. Δεν παρακολουθώ. Έκανα ό,τι
μπορούσα. Από εκεί και πέρα αρχίζει μια σχέση στην οποία κανένας ξένος δεν
δικαιούται να παρευρίσκεται.
Μερικές φορές, προτού κλείσουμε το φέρετρο, βρίσκω
μέσα μικρά πράγματα. Ένα γράμμα. Ένα παιχνίδι. Μια οικογενειακή φωτογραφία. Ένα
μολύβι, επειδή το παιδί ζωγράφιζε. Ένα γλυκό που αγαπούσε. Οι άνθρωποι ξέρουν
ότι οι νεκροί δεν χρησιμοποιούν αντικείμενα, αλλά τα τοποθετούν πλάι τους
επειδή η αγάπη δεν
αντέχει να στέλνει κάποιον στον άγνωστο τόπο με άδεια χέρια. Δεν τους διορθώνω. Η λογική είναι χρήσιμη
στους ζωντανούς μόνο μέχρι ένα σημείο. Μετά γίνεται σκληρότητα.
Όταν τελειώνει η τελετή, επιστρέφω στο δωμάτιο και
μαζεύω ό,τι έμεινε. Μια κλωστή, μια άδεια σακούλα, μια χτένα που πρέπει να
απολυμανθεί. Πλένω τα χέρια μου περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Όχι από φόβο.
Τα πλένω επειδή δεν ξέρω τι άλλο να κάνω με αυτά. Τα ίδια χέρια που πριν από
λίγο έδεναν τα κορδόνια ενός παιδιού ανοίγουν ύστερα την πόρτα του αυτοκινήτου,
κρατούν ένα ποτήρι, κόβουν ψωμί, ανάβουν το φως στο σπίτι. Η ζωή συνεχίζεται με
μια σχεδόν προσβλητική ευκολία. Το ψυγείο βουίζει. Οι γείτονες μιλούν στο
μπαλκόνι. Κάπου ένα παιδί κλαίει επειδή δεν θέλει να κοιμηθεί. Και σκέφτομαι
πως οι γονείς κουράζονται, θυμώνουν, λένε καμιά φορά «άσε με ήσυχο», επειδή δεν γνωρίζουν πόσο ιερή είναι ακόμη και η
ενόχληση ενός ζωντανού παιδιού.
Με ρωτούν αν συνηθίζεται.
Όχι.
Μαθαίνεται, αλλά δεν συνηθίζεται. Μαθαίνεις πώς να μην τρέμουν τα δάχτυλα.
Μαθαίνεις να μη μεταφέρεις τον πανικό σου στους συγγενείς. Μαθαίνεις πότε να
μιλήσεις και πότε η σιωπή είναι η μοναδική επαγγελματική επάρκεια που
διαθέτεις. Μαθαίνεις ακόμη να γυρίζεις στο σπίτι. Εκείνο που δεν μαθαίνεις είναι να θεωρείς φυσικό
ένα παιδί μέσα σε φέρετρο. Αν ποτέ το θεωρήσω φυσικό, θα φύγω την ίδια ημέρα.
Δεν ξέρω αν πρόσφερα κάτι σε όλα αυτά τα χρόνια.
Δεν έσωσα κανένα από τα παιδιά που πέρασαν από τα χέρια μου. Έφτασαν σε εμένα
όταν είχε τελειώσει κάθε δυνατότητα σωτηρίας. Έκανα μόνο κάτι μικρό, σχεδόν
αόρατο. Τα καθάρισα από τη βία του κόσμου όσο μπορούσα. Τα έντυσα με τα ρούχα
που διάλεξαν εκείνοι που τα αγαπούσαν. Ίσιωσα τα μανίκια τους. Έκλεισα
προσεκτικά τα κουμπιά. Χτένισα τα μαλλιά τους. Και πριν κατεβάσω το σκέπασμα,
τους είπα από μέσα μου αυτό που δεν μπόρεσε να τηρήσει κανείς όσο ζούσαν:
«Μη φοβάσαι άλλο. Τώρα θα σε προσέξουμε».
Μ.Λ.
Μ.Λ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου