Σκέψου νὰ πέσῃς
στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ…
Μητροπολίτου
Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
«Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος»
(Ἑβρ. 10,31)
Δόξα τῷ Θεῷ, ὅλοι ὅσοι βρισκόμαστε ἐδῶ, δὲν εἴμαστε
ζῷα, εἴμαστε ἄνθρωποι. Μεγάλο πρᾶγμα νά ᾽νε κανεὶς ἄνθρωπος. Καὶ παραπάνω ἀπὸ ἄνθρωποι
εἴμαστε Ἕλληνες. Μεγάλο πρᾶγμα νά ᾽νε κανεὶς Ἕλληνας. Μὰ παραπάνω ἀπὸ Ἕλληνες
εἶνε κάτι ἄλλο, ἀστέρι φωτεινό. Ποιός θὰ τὸ πῇ; Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ἅμα
σβήσῃ αὐτό, σβήνουν τὰ πάντα. Αὐτὸ πρέπει νὰ φωτίζῃ πάντοτε τὸ λαό μας.
Ὅλοι μας, ὅμως, συγχρόνως εἴμαστε καὶ ἁμαρτωλοί. Ἂν ὑπάρχῃ κανεὶς ποὺ λέει ὅτι
δὲν εἶνε ἁμαρτωλὸς κ᾽ εἶνε ἅγιος, δὲν ἔχει θέσι ἐδῶ. Ἐμεῖς εἴμαστε ὅλοι ἁμαρτωλοί. Ἕνας μόνο εἶνε ἐκτὸς ἁμαρτίας, ὁ Κύριος ἡμῶν
Ἰησοῦς Χριστός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν»
(Φιλ. 2,11 & θ. Λειτ.). Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, καὶ μακάρι νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτό.
Δὲν τὸ νιώθουμε. Ποιός δὲν εἶνε ἁμαρτωλός; Ἁμαρτωλοὶ εἶνε οἱ γέροι, ἀλλὰ καὶ τὰ
νήπια. Ὅπως τὸ παπὶ μόλις γεννηθῇ πέφτει στὸ νερὸ καὶ κολυμπάει, ἔτσι κι ὁ
ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του μαθαίνει ν᾽ ἁμαρτάνῃ· μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι
οἱ μεγάλοι τρῶνε τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν κουτάλα, ἐνῷ τὰ παιδιὰ μὲ μικρὸ κουταλάκι.
Ἀμαρτωλοὶ εἶνε οἱ ἄντρες ἀλλὰ καὶ οἱ γυναῖκες, οἱ πλούσιοι ἀλλὰ καὶ οἱ φτωχοί,
οἱ σοφοὶ ἀλλὰ καὶ οἱ ἀγράμματοι· ἁμαρτωλοὶ αὐτοὶ ποὺ κατοικοῦν στὸν Βόρειο Πόλο
ἀλλὰ καὶ στὸ Νότιο Πόλο, στὸν οὐρανοξύστη τῆς Νέας Ὑόρκης ἀλλὰ καὶ στὴν καρδιὰ
τῆς ῾Ρωσίας· ὅπου κι ἂν ζοῦμε, ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, καὶ ἀλλοίμονό μας τί θὰ
γινόμασταν.
Ἐὰν σῳζώμαστε, σῳζόμαστε διότι, ὅπως εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ» (Α΄ Τιμ. 1,15). Ἐὰν δὲν ἐρχόταν ὁ Χριστός, ποιός μποροῦσε νὰ σωθῇ; Κανείς. «Τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ …καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας», λέει ἡ Γραφή (Α Ἰω. 1,7). Ναί, ἀνεκτίμητο τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ σταλαγματιὰ ἀπὸ τὸν σταυρό του, ποὺ πέφτει ἐπάνω στὴν ἁμαρτωλὴ γῆ, γίνεται πέλαγος, καὶ μέσα στὴν πλατειὰ θάλασσα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καθαρίζονται ὅλες οἱ ἁμαρτωλὲς ψυχές.
Ποιός μπορεῖ νὰ μετρήσῃ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων;
Εἶνε σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης καὶ τὰ φύλλα τῶν δασῶν. Ἁμαρτάνουμε τὸ πρωί, τὸ
μεσημέρι, τὴ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα, τὴν ὥρα τοῦ διαβόλου ποὺ στὸ Ἅγιο Ὄρος σηκώνονται
καὶ προσεύχονται. Ἁμαρτάνουμε ὅλες τὶς ὧρες, ὅλες τὶς μέρες, καθημερινές,
Κυριακὲς καὶ ἑορτές, ἀκόμα καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Ἁμαρτάνουμε σὲ κάθε τόπο,
στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, στὶς ῥαχοῦλες, στὰ βουνά, στὰ λαγκάδια, στὰ ἐργοστάσια,
ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλησία· «ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη …τίς ἐξιχνιάσει», ὅπως
λέει ἡ Κασσιανή, «ψυχοσῶστα σωτήρ μου;». Ἀμέτρητες εἶνε οἱ ἁμαρτίες μας.
*
* *
Ὑπάρχουν ἁμαρτίες μικρὲς σὰν χαλικάκι, ἀλλὰ καὶ
μεγάλες, βουνὰ σὰν τὸ Βίτσι. Ἀπὸ τὸ ἄπειρο πλῆθος τους ξεχωρίζω, ἀδελφοί μου, τρεῖς μεγάλες ἁμαρτίες
πού, ἂν δὲν τὶς πολεμήσουμε, θὰ βρεθοῦμε στὸ τέλος ὑπόλογοι· καὶ «φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν
εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος» (Ἑβρ. 10,31). Ποιές εἶνε αὐτές;
� Πρώτη ἡ βλαστήμια. Κάποτε
οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν ταπεινά. Δὲν εἶχαν σπίτια μεγάλα· κατοικοῦσαν σὲ καλύβες, ἀλλὰ
μέσ᾽ στὶς καλύβες κατοικοῦσαν ἄγγελοι. Τώρα μέσ᾽ στὰ μεγάλα σπίτια μὲ ὅλα τὰ
κομφὸρ κατοικοῦν ἁμαρτωλοί, βλάσφημοι, ἀσεβεῖς. Μεγάλη ἁμαρτία ἡ βλαστήμια·
εἶνε προσβολὴ τοῦ Θεοῦ, παράβασι τῆς ἐντολῆς τοῦ Δεκαλόγου ποὺ ὁρίζει «Οὐ
λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ» (Ἔξ. 20,7)· δὲν πρέπει δηλαδὴ νὰ
παίρνῃς στὸ στόμα σου τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ μάταια κι ἀκόμα χειρότερα νὰ τὸ βλασφημῇς.
Παλιά, ἑκατὸ χρόνια νὰ ζοῦσες στὸν Πόντο στὴ Μακεδονία στὴ Θρᾴκη, βλαστήμια δὲν
ἄκουγες. Τώρα… Βλαστημοῦν οἱ Ἕλληνες ὅπου βρεθοῦν· στ᾽ αὐτοκίνητα, στὰ τραῖνα,
στὰ ἀεροπλάνα, στὰ ὑπερωκεάνια, παντοῦ. Βλαστημοῦν παιδιὰ στὶς αὐλὲς τῶν
σχολείων, ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες στοὺς στρατῶνες, οἱ πάντες. Ἡ βλαστήμια
ἁπλώθηκε σὰν πυρκαϊὰ καὶ τυλίγει στὶς φοβερὲς φλόγες τὴν πατρίδα μας ἀπὸ τὸ
Μοριὰ μέχρι τὸν Ἕβρο κι ἀπὸ τὸν Ἕβρο μέχρι τὴν Κρήτη μας. Μεγάλο, τεράστιο
κακό.
Βλαστημᾷς; ἄνθρωπος δὲν εἶσαι, Ἕλληνας δὲν εἶσαι –τί λέω–, οὔτε Τοῦρκος δὲν εἶσαι.
Πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἀνέβηκα πρὸς τὴν Πρέσπα, πῆγα στὰ σύνορα. Ἀπέναντι εἶνε ἡ Ἀλβανία,
ἄθεο κράτος. Ἐκεῖ τὰ φυλάκια φρουροῦσαν Πομάκοι ἀπὸ τὴν Κομοτηνὴ καὶ δυὸ – τρεῖς
Ἕλληνες. ῾Ρώτησα τοὺς Ἕλληνες στρατιῶτες· Βλαστημᾶτε; Ὁ ἕνας κοίταζε τὸν ἄλλο·
ὅλοι βλαστημοῦσαν. Ἐσεῖς οἱ δύο ἀπὸ τὴν Κομοτηνή, βλαστημᾶτε τὸ Θεό; –Ὄχι, Ἀλλὰχ
Ἀλλάχ! Οὔτε ἕνας μωαμεθανὸς δὲν βλαστημάει τὸν Ἀλλὰχ καὶ τὸν προφήτη τους
Μωάμεθ. Κ᾽ ἐδῶ, ποὺ ἔχουμε τὴ ζωντανὴ θρησκεία, ἀνοίγουν τὰ βρωμερά τους
στόματα καὶ βλαστημᾶνε τὸ Θεό. Βλαστημᾷς; οὔτε Τοῦρκος δὲν εἶσαι. Βλαστημᾷς; οὔτε
ἄγριος δὲν εἶσαι, γιατὶ καὶ οἱ ἄγριοι ἔχουν θρησκεία· λατρεύουν τὸν ἥλιο, τὸ
φεγγάρι. Ὁ ἀρχηγός τους χτυπάει τὸ πρωὶ ἕνα τύμπανο ἀπὸ δέρμα λιονταριοῦ καὶ
μαζεύονται. Ἐδῶ χτυπάει ἡ καμπάνα καὶ δὲν πατᾶνε στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ τὴ νύχτα
χοροπηδοῦν σὰν τὶς ἀρκοῦδες στὸ κέντρο διασκεδάσεως. Οἱ ἄγριοι ὅλοι, προτοῦ νὰ
βγῇ ὁ ἥλιος, μπρούμυτα χάμω προσκυνοῦν τὸν ἥλιο γιὰ θεό· καὶ δὲν δέχονται
καμμιά προσβολὴ ξένου στὴ θρησκεία τους, δὲν ἐπιτρέπουν σὲ κανένα νὰ βλαστημήσῃ
τὸ θεό τους. Κ᾽ ἐμεῖς βλαστημᾶμε μέρα – νύχτα;
Λοιπὸν βλαστημᾷς; Δὲν εἶσαι οὔτε ζῷο. Στὴν πατρίδα μου, τὸ μικρὸ νησάκι, μιὰ
φορὰ στὸ χωράφι ἕνας γεωργὸς εἶχε ἕνα βόδι δυσκίνητο. Τὸ κεντοῦσε τὸ κεντοῦσε,
σὲ μιὰ στιγμὴ ἔχασε τὴν ὑπομονή του καὶ βλαστήμησε. Ἀπίστευτο θὰ σᾶς φανῇ. Ἀμέσως
τὸ βόδι ἄρχισε νὰ μουγκρίζῃ. Ἔσπασε τὸ ζυγὸ κ᾽ ἔπεσε ἀπάνω του νὰ τὸν κάνῃ
κομμάτια μὲ τὰ κέρατα. Εἶδαν κ᾽ ἔπαθαν νὰ τὸν σώσουν οἱ συγχωριανοί. Πληγωμένο
ματωμένο τὸν πήγανε στὸ σπίτι. Τὸ βόδι τὴ νύχτα φεύγει ἀπ᾽ τὸ στάβλο καὶ πάει ἔξω
ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ βλαστήμου ἀγριεμένο, ἕτοιμο νὰ τὸν σκοτώσῃ. Βλαστημᾷς; εἶσαι
κατώτερος κι ἀπὸ τὰ βόδια, ποὺ ἀγανακτοῦν ἐναντίον τοῦ βλάστημου. Ὁ Κύριος μᾶς
δίνει ὅλα τ᾽ ἀγαθὰ καί, ἀντὶ γιὰ εὐχαριστῶ, τὴ μπουκιὰ ἔχουν στὸ στόμα καὶ
βλαστημᾶνε τὸ Μεγαλοδύναμο.
Βλαστημᾷς; οὔτε δαίμονας δὲν εἶσαι. Γιατὶ ὁ διάβολος ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματα τὰ
κάνει ἐκτὸς ἀπὸ τὴ βλαστήμια. Ἀκούει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν ἁγίων,
καὶ τρέμει σὰν τὸ φύλλο, τρέμει τὸ «ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Τί εἴμαστε
λοιπόν;
Νὰ σᾶς πῶ καὶ κάτι ἄλλο; Προχθὲς ἡ Βουλὴ συνεδρίασε. Εἶμαι ἔξω ἀπὸ κόμματα, σᾶς
τὸ δηλώνω. Δυὸ ἀστέρια λάμπουν στὴν καρδιά μου· ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Χριστός.
Μαζεύτηκαν στὴ Βουλὴ νὰ κάνουν ἕνα νόμο αὐστηρό· Ὅποιος κακολογήσῃ ὑπουργὸ ἢ
πρωθυπουργό ἢ πρόεδρο δημοκρατίας, 5 μῆνες φυλακή. Ἐγὼ περίμενα ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων
ν᾽ ἀποφασίσῃ· ὅποιος βλαστημήσῃ τὸ Χριστό, 5 μῆνες φυλακή. Ἆ, μεγάλος ὁ ἀστυνόμος,
ὁ στρατηγός, ὁ ναύαρχος, ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας, μεγάλος ὁ Καραμανλῆς· ὅλοι
μεγάλοι, καὶ μικρὸς ὁ Χριστός! Ποῦ πᾶμε; Δὲν λέω, δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζωνται οἱ ἄρχοντες,
τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, ἔχουν κι αὐτοὶ ἀποστολή· ἀλλὰ ἐὰν τιμωρήσουμε μὲ 5 μῆνες
φυλακὴ αὐτὸν ποὺ εἶπε κακὸ λόγο γιὰ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες, πόσο, ἐρωτῶ,
πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ἐκεῖνος ποὺ βλαστημάει τὸ Θεό; Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα γιὰ ὅποιον
τολμοῦσε νὰ ὑβρίσῃ τὸ θεῖον, θάνατος! Καὶ στὴ Λιβύη τοῦ Καντάφι σὲ ὅποιους
τολμοῦσαν νὰ βλαστημήσουν τὸν Ἀλλάχ, τοὺς ἔκοβαν τὶς γλῶσσες.
Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ βλαστήμια;
Περπατώντας ἕνας Χριστιανὸς στὴν Καλαμάτα ἀκούει ἕνα μπακάλη ἐκεῖ ποὺ πουλοῦσε
νὰ βλαστημάῃ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγιά. Τὸ ἴδιο καὶ ἄλλη μέρα. Τὸν ἄκουσε καὶ
τρίτη φορά. Ἔπειτα, σὲ ὥρα ποὺ ἐκεῖνος ἦταν ἥσυχος, τοῦ λέει· –Γιατί βλαστημᾷς
τὴ μάνα μου; Ἐκεῖνος διαμαρτυρήθηκε· –Ἐγὼ τὴ μάνα σου; –Ναί, ἔβρισες τὴ μάνα
μου, θὰ κάνω μήνυσι. –Ποιά εἶνε ἡ μάνα σου; –Ἡ Παναγιά μας! «Νὰ ὑβρίσῃς τὴ μάνα
μου σὲ συγχωρῶ· ἀλλά, ἂν ὑβρίσῃς τὴν Παναγιά μας, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ», λέει
ὁ ἅγιος Κοσμᾶς.
Ἔτσι ν᾽ ἀντισταθοῦμε. Ποῦ ὅμως τέτοιο αἴσθημα, ἔνστικτο, φιλότιμο;
Θά ᾽λεγα πολλά. Προσθέτω μόνο τοῦτο. Ξέρετε γιατί χάσαμε τὴ Μικρὰ Ἀσία; Ἤμουν
παιδὶ ὅταν ἀπὸ τὸ χωριό μου –τί ἐνθουσιασμὸς τότε– ἔφυγαν 200 ἄντρες (γονεῖς,
φίλοι, συγγενεῖς, ξαδέρφια). Πᾶμε νὰ ἐλευθερώσουμε τὴ Μικρὰ Ἀσία!… Ἀπὸ τοὺς
200 πόσοι γύρισαν; Δέκα (10) μόνο! Τοὺς ἄλλους τοὺς ἔφαγε ὁ Σαγγάριος, τὸ Ἀφιὸν-Καρὰ-χισσάρ.
Γύρισε κ᾽ ἕνας λοχίας τοῦ συντάγματος Πλαστήρα, ποὺ τὸ βαθμὸ τὸν πῆρε ὡς ἀριστεῖο
ἀνδρείας στὴν πιὸ σκληρὴ μάχη ποὺ δώσαμε, στὸ Καλὲ – Γκρότο (ἀπὸ ᾽κεῖ μὲ τὰ
κιάλια ἔβλεπαν τὴν Ἄγκυρα· λίγο ἀκόμα καὶ θά ᾽μπαιναν μέσα). Φώναζαν ἐκεῖ στὸ
χωριὸ τὰ παιδιά· ὁ ἕνας καταριόταν τοὺς ῾Ρώσους, ἄλλοι καταριόνταν τοὺς
Γάλλους, ἄλλοι τοὺς Ἰταλούς, ἄλλοι τοὺς Ἄγγλους. Κλάμα, πόνος καὶ ὀδυρμός. Μᾶς
πρόδωσαν τότε ὅλοι οἱ μεγάλοι τοῦ κόσμου, καὶ μείναμε μόνοι. Τότε λοιπὸν
σηκώνεται αὐτὸς ὁ λοχίας καὶ λέει μὲ δάκρυα στὰ μάτια· Φταῖνε κι αὐτοί, ἀλλὰ
περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους φταῖμε ἐμεῖς· ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ πατήσαμε στὴ Μικρὰ Ἀσία
μέχρι τὸ Σαγγάριο μικροὶ – μεγάλοι βλαστημούσαμε. Γι᾽ αὐτὸ ἦρθε ἡ τιμωρία μας
καὶ μᾶς ξεπάτωσε. «Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος».
Μάλιστα. Κακὸ μεγάλο, ἐθνικό, στίγμα ἀτιμίας! Καὶ φταῖμε ὅλοι μας. Δὲν φταίει
μόνο αὐτὸς ποὺ βλαστημᾷ· φταῖς κ᾽ ἐσὺ ποὺ τὸν ἀκοῦς. Λέει ὁ Χρυσόστομος· Ἔχεις
χέρι; τὸν ἀκοῦς μιὰ φορά, δυὸ φορές…; μὴν περιμένεις τὸν ἀστυνόμο, χτύπησέ τον ἐν
ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου (βλ. Εἰς ἀνδριάντας ὁμιλ. Α΄· P.G. 49,32). Χέρι ποὺ θὰ χτυπήσῃ βλάστημο θ᾽ ἁγιάσῃ.
� Τὸ ἕνα κακὸ ἡ βλαστήμια. Τὸ δεύτερο ποιό εἶνε; Ἡ ἀποφυγὴ τῆς τεκνογονίας. Κάποτε στὴ Μακεδονία, στὴ Θρᾴκη, στὰ
νησιά, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὸν Πόντο ἀγαποῦσαν τὰ παιδιά, οἱ γυναῖκες γεννοῦσαν.
«Ν᾽ αὐξάνεστε καὶ νὰ πληθύνεστε», νὰ γίνετε «σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν
ἄμμο τῆς θαλάσσης» (βλ. Γέν. 1,28· 22,17). Καὶ αὐξανόταν τὸ γένος μας, κάποτε ἤμασταν
εἴκοσι ἑκατομμύρια.
Τώρα;… τώρα σβήνουμε. Γηροκομεῖο ἔγινε ἡ πατρίδα. Δὲν γεννᾶνε πιὰ οἱ γυναῖκες.
Μπᾶ· ἕνα-δύο, ἕνα-δύο… Μόδα! Ἄνοιξε φάμπρικα ὁ διάβολος ἐδῶ· καὶ ἡ φάμπρικα
λέγεται κλινικές, λέγεται γιατροὶ ἄτιμοι. Δὲν λέω ὅλους· ὑπάρχουν καὶ οἱ γιατροὶ
οἱ καλοί, οἱ εὐεργέτες. Ἔχουμε στὴ Φλώρινα ἕναν, ποὺ πάει καὶ τὴ νύχτα δωρεὰν
στὰ σπίτια τῶν φτωχῶν, σὰν τοὺς ἁγίους Ἀναργύρους καὶ τὸν ἅγιο Παντελεήμονα,
καὶ κοιμᾶται μαζί τους. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι γιατροὶ ποὺ πρέπει νὰ τοὺς
κρεμάσουν σὰν σταφύλια στὴν πλατεῖα. Τί κάνουν αὐτοί; Ἔκτρωσι καὶ λίρα, ἔκτρωσι
καὶ λίρα! Ἰοῦδες τῆς φυλῆς, γιὰ «τριάκοντα ἀργύρια», λεφτὰ μαγαρισμένα,
καταραμένα ὅπως τοῦ Ἰούδα. Καὶ πᾶνε οἱ γυναῖκες καὶ κάνουν ἐκτρώσεις· πετᾶνε τὰ
παιδιά, σκοτώνουν τὸν ἀνθὸ τῆς φυλῆς. Κ᾽ ἔτσι πλέον μένουν μὲ ἕνα-δύο, ἕνα δύο…
Γιατί δὲν γεννᾶνε; «Φταίει ἡ φτώχεια», λένε. Δὲν εἶνε ἡ φτώχεια αἰτία. Ξέρω ἐφοπλιστὲς
μὲ καράβια πού, ἐνῷ μποροῦν νὰ συντηρήσουν χίλια παιδιά, αὐτοὶ ἔχουν ἕνα-δύο.
Οἱ φτωχοί, ἀντιθέτως, γεννοῦν περισσότερα. Πῆγα σ᾽ ἕνα σπίτι στὴν Ἀθήνα στὸ
Κολωνάκι πού ᾽νε ἡ «ἀφρόκρεμα» τῆς κοινωνίας. Χτυπάω τὴν πόρτα, ἀκούω γάτους, ἀκούω
σκύλους. Μπαίνω μέσα, βλέπω σκύλους περιποιημένους, ταϊσμένους, ντυμένους μὲ
παλτουδάκια ἀπὸ τὸ Παρίσι, καὶ κουρεμένους λὲς καὶ ἦταν ὑποψήφιοι γαμπροί.
Σκυλιὰ γεμᾶτο, παιδιὰ οὔτε ἕνα. Πᾶνε τὰ παιδιά! Δὲν εἶνε λοιπὸν ἡ φτώχεια αἰτία·
κάτι ἄλλο εἶνε.
Προχθὲς στὴ Φλώρινα ἦρθε στὴ μητρόπολι ὁ νέος συνταγματάρχης, ἕνα ἡρωικὸ παιδί·
πολέμησε στὴν Κύπρο. Νάτον. Ἦρθε ἐθιμοτυπικῶς. Ἐγὼ τοὺς ῥωτάω ὅλους αὐτούς· Ἔχετε
παιδιά; Καὶ ἂν μοῦ ποῦν ὅτι ἔχουν χαίρομαι, διαφορετικὰ λυπᾶμαι. Κατὰ κανόνα δὲν
γεννᾶνε· σπανίως ἀξιωματικὸς νὰ ἔχῃ παιδιά. Μοῦ λέει λοιπὸν αὐτός· Ἐγὼ
κατάγομαι ἀπ᾽ τὰ Γκράβαρα, ἀπὸ τὸ Καρπενήσι, ἀπὸ μέρη ὀρεινά. Καὶ συνέχισε
κλαίγοντας· Ὁ φτωχὸς πατέρας μου μᾶς τάϊζε μὲ καλαμπόκια ποὺ τά ᾽ψηνε στὸ φοῦρνο.
–Πόσα παιδιὰ εἶχε ὁ πατέρας σου; –Δέκα· κ᾽ ἐγὼ τί σειρὰ ἔχω; εἶμαι δέκατος, ὁ
τελευταῖος.
Ἔ, φτωχὲ Ἕλληνα, ποὺ γεννοῦσες παιδιὰ καὶ τὰ ἐμπιστευόσουν στὸ Θεό! Νά ἡ αἰτία·
ἐκεῖνοι εἶχαν πίστι. Ἂν δὲν γεννοῦν λοιπὸν σήμερα, εἴτε πλούσιοι εἴτε
φτωχοί, εἶνε γιατὶ δὲν πιστεύουν. Ἂν πίστευαν στὸ Θεό, ποὺ τρέφει τὰ κοράκια,
θὰ γεννοῦσαν· αὐτὴ ἡ συρρίκνωσι εἶνε ἀποτέλεσμα τῆς ἀπιστίας.
Οἱ ἄλλοι λαοὶ στὰ Βαλκάνια (Ἀλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι) γεννοῦν. Οἱ Τοῦρκοι αὐξάνονται
κατὰ ἕνα ἑκατομμύριο τὸ ἔτος. Κ᾽ ἐμεῖς; Τίποτα. Μοῦ ᾽ρχεται νὰ κλάψω, ἀδέρφια
μου. Ἐγὼ θὰ φύγω, ἔχω κουραστῆ. Κανείς δὲν ἀκούει. Τώρα κλαίει ἡ ψυχή μου,
γιατὶ χορεύουν στὰ κέντρα οἱ νέοι σὰν τὶς ἀρκοῦδες, διασκεδάζουν χωρὶς νὰ
σκέπτωνται τί ἀκολουθεῖ. Ἀλλὰ «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 5,6. Κολ. 3,6)· καὶ
«φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος». Γιά μετρῆστε πόσες ἐκτρώσεις
γίνονται. Ἂν σᾶς βάλω νὰ μετρᾶτε, θὰ νυχτώσουμε. Στὸ μικρό μας κράτος, σύμφωνα
μὲ στατιστικὴ ποὺ δημοσίευσε ὁ καθηγητὴς Βαλαώρας, σήμερα γίνονται τριακόσες
χιλιάδες (300.000) ἐκτρώσεις! Σβήνουμε. Καὶ νὰ σᾶς πῶ κάτι ἀκόμα; Τὸ 1912, ποὺ
ἡ Ἑλλάδα ἦταν δυόμισυ (2,5) ἑκατομμύρια, μία στρατολογικὴ κλάσι τότε ἔβγαζε
περισσότερα παιδιὰ ἀπ᾽ ὅ,τι βγάζει τώρα μιὰ κλάσι τῶν 9 – 10 ἑκατομμυρίων. Δὲν
ἔχουμε στρατιῶτες. Ἔστειλα τὰ στοιχεῖα στὸ ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ νὰ τὰ ποῦνε,
ἀλλὰ ἐκεῖ τὰ ἔκοψαν.
Ἄ, εἶνε πικρὰ τὰ λόγια αὐτά. Ἔ, ἀφῆστε λοιπὸν τοὺς ἠθοποιοὺς νὰ λένε παραμύθια
ἀπὸ τὴν τηλεόρασι καὶ τὰ ῥαδιόφωνά σας. Ἡ ἀλήθεια εἶνε, ὅτι οἱ ἐκτρώσεις εἶνε
ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα ποὺ διαπράττουμε σήμερα. «Δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε
τὰ παιδιά»! λένε. Ἀκοῦστε. Στὴν Πρέσπα ἦταν μιὰ κοπέλλα ὄμορφη. Πέρασε ἕνας
διευθυντὴς τραπέζης ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Τὴν εἶδε, τοῦ ἄρεσε, τὴν πῆρε. Ὁ πατέρας
της, φτωχὸς τσοπᾶνος μὲ 12 παιδιά, ὅταν πέρασαν δυὸ – τρία χρόνια κατεβαίνει
στὴν πρωτεύουσα, νὰ δῇ τὴν παντρεμένη κόρη του. Βλέπει στὸ σπίτι τους
πολυτέλεια, ἔπιπλα ἀπὸ τὸ Παρίσι, ῥαδιόφωνα, τηλεοράσεις. Καί, τέσσερα χρόνια
παντρεμένοι, ἕνα παιδάκι μόνο· καλοταϊσμένο, φουσκωμένο σὰν γουρουνόπουλο.
–Κόρη μου, λέει, ἕνα παιδάκι; τί πράματα εἶν᾽ αὐτά; –Ἄ, μπαμπᾶ, δὲν μποροῦμε νὰ
κάνουμε ἄλλο παιδί. –Γιατί; –Πῶς νὰ τὸ ζήσουμε; –Ντροπή σας! φτωχὸς ἐγὼ βοσκὸς
γέννησα 12 παιδιά, κ᾽ ἐσεῖς, μὲ χιλιάδες μισθό, δὲν μπορεῖτε νὰ τὰ ζήσετε;
Φεύγω λυπημένος. Τοὺς ἄφησε κ᾽ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι.
Τώρα βέβαια τὰ παιδιὰ τὰ τρέφουν διαφορετικά. Καὶ τί γίνονται; Ἄρρωστα. Ἔτρωγαν
ἄλλοτε κρεμμύδι καὶ ἐλιὰ καὶ καλομπόκι ψημένο· τώρα μπῆκε μέσα τὸ ἀμερικάνικο
σύστημα, χωρὶς νηστεία Τετάρτες – Παρασκευές, καὶ μᾶς διέφθειρε ἀπὸ τὴ ῥίζα
μας. Ποιός νηστεύει Δεκαπενταύγουστο; Κρεωφάγοι καταντήσαμε. Τὸ κρέας ποὺ τρῶνε
στὴν Ἑλλάδα δὲν τὸ τρῶνε πουθενά.
Τί θ᾽ ἀκολουθήσῃ; «φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος».
� Τὸ ἕνα ἁμάρτημα, λοιπόν, βουνὸ ποὺ πλακώνει τὰ στήθη τῆς Ἑλλάδος, εἶνε ἡ
βλαστήμια· τὸ δεύτερο οἱ ἐκτρώσεις, ἡ ἀποφυγὴ τῶν παιδιῶν. Καὶ τὸ τρίτο ἁμάρτημα
ποιό εἶνε; Πᾶμε πάλι στὰ παλιά, στὸν εὐλογημένο Πόντο, στὴν Τραπεζοῦντα, στὴ
Σινώπη. Πήγα σήμερα στὴν Ἀσβεστόπετρα· βρήκα ἐκεῖ ἕνα γέροντα 90 ἐτῶν ἀπὸ ᾽κεῖνα
τὰ ἅγια μέρη, μιλήσαμε καὶ χάρηκε ἡ καρδιά μου. Τί εἴπαμε. Ὑπάρχουν πολλὰ ἐπαγγέλματα,
χιλιάδες. Ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα στὰ εὐλογημένα μέρη ποιό θεωροῦσαν ἀνώτερο; τὸ
δάσκαλο, τὸν καθηγητή, τὸ σοφό, τὸ γιατρό, τὸ δικηγόρο, τὸ στρατηγό, τὸ
ναύαρχο, τὸν ὑπουργό, ποιό; μπορεῖτε νὰ μοῦ ἀπαντήσετε; Καλοὶ ὅλοι αὐτοί, ἀλλ᾽
ἀπ᾽ ὅλους ἀνώτερο θεωροῦσαν τὸν παπᾶ· ναί τὸν παπᾶ. Τὸ θεωροῦσαν χαρὰ καὶ τιμὴ
τὰ πιὸ καλὰ σπίτια, ὅταν περάσῃ ὁ δεσπότης νὰ τοῦ δείξουν τὸ παιδί τους.
–Δεσπότη μας, μιὰ χάρι ζητοῦμε· νὰ μᾶς κάνῃς ἀναγνώστη τὸ παιδί. Κι ἅμα
γινόταν ἀναγνώστης τὸ παιδί, τὸ ἀγαποῦσαν ὅλοι, τό ᾽βλεπαν σὰν ἄγγελο. Τὸ
μάθαινε ἡ μάνα νὰ διαβάζῃ τὸν Ἀπόστολο, νὰ λέῃ τὸν Ἑξάψαλμο, νὰ κρατάῃ τὴ
λαμπάδα, τὸ θυμιατό. Καὶ ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη χαρὰ ποιά ἦταν· ἂν τὸ παιδί τους
γινόταν παπᾶς! Τὸ θεωροῦσαν ὑψίστη τιμή· ἐπιθυμοῦσαν ποιός νὰ γίνῃ παπᾶς. Γι᾽ αὐτὸ
ὑπῆρχαν τότε χωριὰ μὲ τέσσερις, μὲ πέντε, μὲ ἑφτὰ παπᾶδες. Εἶχαν πλῆθος εὐλαβεῖς
ἱερεῖς, ποὺ αὐτοὶ κράτησαν τὸ γένος μας. Τὸ ῥάσο ἔφτειασε πατρίδα. Ναί, ἔτσι ἦταν
τὰ πράγματα.
῾Ρωτοῦσε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· –Περπατᾷς στὸ δρόμο, συναντᾷς ἕναν ἄγγελο
κ᾽ ἕνα παπᾶ· ποιόν θὰ χαιρετίσῃς πρῶτα; –Τὸν ἄγγελο, τοῦ ἔλεγαν ὅλοι. –Ὄχι, τοὺς
ἔλεγε· πρῶτα τὸν παπᾶ θὰ χαιρετίσῃς. –Μὰ γιατί τὸν παπᾶ; –Γιατὶ ὁ παπᾶς ἔχει ἐξουσία
παραπάνω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Ὅλοι οἱ ἄγγελοι δὲν μποροῦν νὰ συχωρέσουν κάποιον ἁμαρτωλό,
ἐνῷ ἕνας ταπεινὸς παπᾶς, ὅταν βάζῃ τὸ πετραχήλι, δίνει συγχώρησι ποὺ δὲν μπορεῖ
νὰ τὴ δώσῃ οὔτε ἄγγελος οὔτε βασιλιᾶς.
Τώρα μοῦ ᾽ρχεται νὰ κλάψω. Ἡ Πρέσπα ἔχει 13 χωριά. Κοσκινίζω κοσκινίζω, δὲν
βγαίνει οὔτε ἕνας παπᾶς. Σ᾽ ἕνα χωριὸ –νὰ μὴν τὸ πῶ– παρουσιάστηκε ἕνα παιδάκι.
Ἄκουσε τὸ κλάμα τοῦ δεσπότη καὶ εἶπε· Δὲν ὑποφέρω νὰ κλαίῃ ὁ δεσπότης. Πάει στὸ
σπίτι στὸν πατέρα του καὶ λέει· –Θὰ γίνω παπᾶς. –Τί εἶπες, ρέ; παπᾶς; θὰ σὲ
σκοτώσω… Ὤ ἀσέβεια αὐτῆς τῆς γενεᾶς! Τὸ παιδί τους νὰ γίνῃ δάσκαλος,
καθηγητής, μηχανικός, γιατρός, στρατηγός. Παπᾶς; Ὄχι! «Θὰ σὲ σκοτώσω βρέ!». Καὶ
ἡ Φλώρινα, μικρὴ ἀκριτικὴ πόλις, ἔχει τετρακόσους ἐπιστήμονες· παπᾶ ὅμως;
Σήμερα ἔμαθα, ὅτι μία τράπεζα στὴν Ἀθήνα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κλητῆρες καὶ ἀνακοίνωσε
ἀπὸ τὸ ῥαδιόφωνο ὅτι, Ὅσοι θέλουν μποροῦν νὰ ὑποβάλουν τὰ χαρτιά τους. Καὶ
μέχρι σήμερα γιὰ 25 θέσεις κλητήρων πόσοι παρακαλῶ ὑπέβαλαν τὰ χαρτιά τους;
Δυόμισυ χιλιάδες (2.500)! Σὲ σύγκρισι δηλαδή· γιὰ 1 θέσι κλητῆρος 100 αἰτήσεις·
καὶ γιὰ 1 θέσι ἱερέως οὔτε ἕνας! Καταλαβαίνετε;
Γι᾽ αὐτό, ἀδέρφια μου, ἡ Ἑλλάδα δὲν ἔχει ἱερεῖς. Αὐτὴ τὴν ὥρα σὲ χίλια χωριὰ
δὲν χτυπάει καμπάνα, δὲν ὑπάρχει παπᾶς. Καὶ ἐνῷ 300.000 νέοι ἔχουν ἀπολυτήρια
γυμνασίου καὶ διπλώματα ἀνωτέρων σχολῶν, οὔτε ἕνας δὲν παρουσιάζεται νὰ γίνῃ
κληρικός.
Ἀλλὰ καὶ γιατί νὰ γίνῃ κληρικός; γιὰ νὰ τὸν κοροϊδεύῃς ἐσύ; γιὰ νὰ πάῃ αὔριο τὸ
παιδί του στὸ σχολειὸ καὶ νὰ τὸ κοροϊδεύουν; Γιατί νὰ γίνῃ κληρικός; Ἐσεῖς εἶστε
κύριοι ἔτσι, μὲ τὴ γραβάτα σας, περπατᾶτε στὸ δρόμο ἀξιοπρεπεῖς, κανείς δὲν σᾶς
περιπαίζει φωνάζοντας «παπᾶς» «παπᾶς».
Ποῦ καταντήσαμε! Μὴ δείχνουμε τέτοια περιφρόνησι στὸ τίμιο ῥάσο. Ἡ προσβολὴ
στρέφεται πρὸς τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Τὸ θεωρῶ μεγάλη ἁμαρτία καὶ λέω· «Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν
εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος» (Ἑβρ. 10,31).
* * *
Τελείωσα, ἀδέρφια μου. Τ᾽ ἀκούσατε; Τρία μεγάλα
θηρία τρῶνε τὴν Ἑλλάδα· ἡ βλαστήμια, οἱ ἐκτρώσεις, καὶ ἡ περιφρόνησι τῆς ἱερωσύνης. Λοιπόν,
ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, κάνω ἔκκλησι στὴν καρδιά σας. Ἐκεῖ ποὺ ζῆτε
καμμία βλαστήμια! καμμία ἔκτρωσι! καὶ μακάρι ἀπὸ σᾶς νὰ βγοῦν καὶ κάποιοι ἱερεῖς!
γιὰ νὰ δοξαστῇ ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς
πάντας τοὺς αἰῶνας.

1 σχόλιο:
Έλεγες μεγάλες αλήθειες ο μακαριστός που σήμερα δεν ακούγονται δυστυχώς!!!
Δημοσίευση σχολίου