«Μαμά, μαμά, ἔλα! Ἦρθε ἕνας ξένος!». Ἡ μικρὴ
Μαργαρίτα σταμάτησε νὰ παίζει κουτσὸ κι ἔτρεξε πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ σπιτιοῦ.
Ὕστερα, γύρισε πίσω πρὸς τὸν ἐπισκέπτη καὶ
συνέχισε: «Μαμά, ἔλα! Νομίζω πὼς εἶναι ὁ Δημήτρης μας...» Μὲ τὰ ζυμάρια στὰ
χέρια καὶ τὴν ἀγωνία στὸ πρόσωπο ἔτρεξε ἡ μάνα στὴν αὐλή. Ἕνα κουβάρι ἀγκαλιὲς ἔγιναν
μέσα σὲ λίγα δευτερόλεπτα μάνα καὶ γιός.
«Ἦρθες, παιδάκι μου;» ρώτησε ξέψυχα, σὰν νὰ ἤθελε
νὰ τῆς ἐπιβεβαιώσει τὸ ψηλὸ παλληκάρι πὼς δὲν ἦταν ὄνειρο, δὲν ἦταν τοῦ νοῦ
πλάνεμα. Ἦταν ὁ Δημήτρης της ποὺ ἔφυγε στὰ δεκαεννιά του γιὰ νὰ πάει νὰ
σπουδάσει στὴν Ἀμερικὴ καὶ τώρα γυρνοῦσε στὴν Ἔδεσσα.
Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ὑπολογιστές, ἠλεκτρονικὴ ἐπικοινωνία καὶ smartphones. Ἕνα γράμμα ἀραιὰ καὶ ποῦ, μὲ δυὸ λόγια σύντομα ἦταν ἡ ἐπικοινωνία τους τὰ χρόνια τῶν σπουδῶν του. Καὶ τώρα τὸν ἔχει ὁλοζώντανο μπροστά της, μὲ τὸ ἴδιο γλυκὸ χαμόγελο, τὸ ἴδιο ἀνάστημα –τοῦ παπποῦ του κληρονομιά–τὰ ἴδια μάτια σὰν τὸ πέλαγο τῆς θάλασσας. Μόνο τὰ μαλλιὰ εἶχαν μακρύνει κι ἔπεφταν ἀνέμελα στοὺς ὤμους του. Καὶ τὰ γένεια, πυκνὰ καὶ χρυσαφένια σὰν τὸν ἥλιο, κάλυπταν τὴ νεανικὴ ἐπιδερμίδα στὸ πρόσωπο.
Δὲν εἶπε τίποτα ἡ μάνα γιὰ τὴν ἀλλαγὴ αὐτή. Ὅμως, ἡ
ἐποχή τους ἤθελε τὰ ἀγόρια τῶν καλῶν οἰκογενειῶν νά ’ναι «καθὼς πρέπει», ποὺ αὐτὸ
μεταφράζεται σὲ κοντοκουρεμένα μαλλιὰ καὶ παντελὴ ἔλλειψη γενείων. Ἡ μικρὴ
κοινωνία τῆς ἐπαρχιακῆς τους πόλης δὲν σήκωνε ἐμφάνιση ποὺ παρέπεμπε σέ…
«τεντιμπόιδες». Ἡ μάνα δὲν μπόρεσε νὰ κρατήσει γιὰ πολὺ τὴ σιωπὴ γιὰ τὴν ἀλλαγὴ
στὴν ἐμφάνιση τοῦ γιοῦ της. Στὴν ἀρχὴ ἀπέξω-ἀπέξω κι ὕστερα ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ
μὴν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι. «Τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος ἂν σὲ δεῖ μὲ αὐτὰ τὰ
μαλλιά;» τοῦ εἶπε μὲ χροιὰ ἀπόγνωσης. Ὁ Δημήτρης ἀπὸ τὴ μιὰ δὲν ἤθελε νὰ
στενοχωρήσει τὴ μάνα του κι ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲν μποροῦσε ἔτσι ἀμαχητὶ νὰ ὑπακούσει
στὴ νοοτροπία τῆς μικρῆς του πόλης. Ἔτσι, περιόρισε τὶς ἐξόδους του.
Ἕνα κυριακάτικο ἀπόγευμα ποὺ εἶχε βαρεθεῖ τὴν
κλεισούρα καὶ ἡ μάνα ἔλειπε, βγῆκε μιὰ βόλτα στὴν ἄκρη τῆς πόλης. Δὲν ἄργησε νὰ
περάσει κι ἀπὸ τὴ Μητρόπολη. Ἀπὸ μακριὰ εἶδε τὸν Δεσπότη τους τὸν Καλλίνικο στὸν
κῆπο.
«Ὁ Δημητράκης;» τὸν ρώτησε διστακτικά. Ὁ Δημήτρης ἔτρεξε
καὶ μὲ σεβασμὸ πῆρε τὴν εὐχή του. Ὁ Δεσπότης κοίταξε τὰ γαλάζια μάτια ποὺ εἶχαν
πάρει τὸ χρῶμα τ’ οὐρανοῦ πρὶν τὴν καταιγίδα. «Ἔλα, ἔλα πάνω, νὰ σὲ δῶ» τοῦ εἶπε
ἐγκάρδια. Μίλησαν γιὰ πάνω ἀπὸ μισὴ ὥρα στὸ γραφεῖο του. Πατρικά, ἀγαπητικά, μὲ
γνήσιο ἐνδιαφέρον, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀναφορὰ ἢ ὑπαινιγμὸ γιὰ τὴν ἐμφάνισή
του.
«Ἦταν γιὰ μένα ὁ μοναδικὸς φίλος ποὺ εἶχα στὴν Ἔδεσσα»
ἔλεγε μὲ συγκίνηση ἀργότερα ὁ Δημήτρης γιὰ τὸν ἅγιο Δεσπότη ποὺ ἔστειλε ὁ Θεὸς
στὴν πόλη τους.
***
Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό
Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ, με 250
περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές των:
Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη | Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου | Αγίου Ανθίμου της Χίου Αγίου Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη | Αγίας Γαβριηλίας της ιεραποστόλου | Αγίου Γερασίμου του υμνογράφου | Αγίου Γερβασίου των Πατρών | Αγίου Γεωργίου της Δράμας | Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη | Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη | Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη | Αγίου Ιακώβου της Εύβοιας | Αγίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη | Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή | Αγίου Καλλινίκου επισκόπου Εδέσσης | Αγίου Νικηφόρου του λεπρού | Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη | Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη | Αγίας Σοφίας της Κλεισούρας | Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ | Αγίου Τύχωνος του Αγιορείτη | Αγίου Φιλουμένου του Αγιοταφίτη | Αγίου Χρυσοστόμου του ιεραποστόλου.
Αναζητείστε το www.ear-books.com και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.


1 σχόλιο:
Υπεροχή διακριτική η στάση του μητροπολίτου σήμερα Αγίου Καλλινίκου η οποία μας διδάσκει που ο τα βλέπουμε κάποιον αρχίζουμε αμέσως την επίθεση για να είναι στα μέτρα τα δικά μας και όχι σε αυτό το οποίο ο ίδιος θέλει
Δημοσίευση σχολίου