ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ «ΔΙ’ ΕΥΧΩΝ».
Αρχιμ. Σιλουανός Λ. Λάμπρου.
Σκέψεις για όσα καθημερινά θεωρούμε αυτονόητα.
Ο ιερέας κλείνει το Ευχολόγιο, βγάζει το πετραχήλι, τακτοποιεί τα ιερά σκεύη, σβήνει τα φώτα του ναού και επιστρέφει στο σπίτι του. Το έκανε χθες, το έκανε σήμερα και πιστεύει —ανθρώπινα— ότι θα το κάνει και αύριο.
Κι όμως, κάπου μέσα στον χρόνο υπάρχει μία τελευταία Θεία Λειτουργία.
Ένα τελευταίο «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία».[1]
Ένα τελευταίο «Στῶμεν καλῶς».
Ένα τελευταίο «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν».
Ένα τελευταίο «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε».
Ένα τελευταίο θυμίαμα μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Μία τελευταία μνημόνευση ονομάτων στην Πρόθεση. Ένα τελευταίο πέρασμα από την Ωραία Πύλη.
Και κάποτε, ένα τελευταίο:
«Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν…»
Όχι για να φοβηθούμε.
Αλλά για να θυμηθούμε ότι τίποτα από όσα μας χαρίστηκαν δεν είναι αυτονόητο.
Ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες της μακράς ιερατικής διακονίας: όχι η κούραση, ούτε οι δυσκολίες, ούτε ακόμη και οι απογοητεύσεις.
Αλλά η συνήθεια.
Να συνηθίσει το χέρι να ευλογεί.
Να συνηθίσει το στόμα να εκφωνεί.
Να συνηθίσει το μάτι να αντικρίζει την Αγία Τράπεζα.
Να συνηθίσει η ψυχή εκείνο ενώπιον του οποίου κάποτε έτρεμε.
Κι όμως, ο χρόνος περνά αθόρυβα.
Τα χρόνια της Ιερωσύνης προστίθενται. Τα πρόσωπα στα στασίδια αλλάζουν. Κάποιοι από εκείνους που κάποτε περίμεναν να πάρουν το αντίδωρο τώρα μνημονεύονται στην Πρόθεση. Κάποιες φωνές που απάντησαν το «Ἀμήν» σίγησαν. Κάποια γνώριμα πρόσωπα υπάρχουν πια μόνο μέσα στα δίπτυχα και στην καρδιά.
Και ο ιερέας συνεχίζει.
Με περισσότερα λευκά μαλλιά. Με βήμα ίσως βαρύτερο. Με μία φωνή που δεν έχει πια την ίδια δύναμη. Αλλά και με μία καρδιά που κουβαλά ονόματα, εξομολογήσεις, γάμους, βαπτίσεις, κηδείες, δάκρυα, χαρές και ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του και έγιναν μέρος της δικής του ιστορίας.
Κάποτε ένας νέος κληρικός πρωτο μπαίνει στο Ιερό με φόβο και συγκίνηση. Τα πάντα τού φαίνονται μεγάλα. Προσέχει κάθε κίνηση, κάθε λέξη, κάθε στιγμή.
Ύστερα περνούν τα χρόνια.
Και ίσως η μεγαλύτερη πνευματική κατάκτηση δεν είναι να διατηρήσει κανείς τη συγκίνηση της πρώτης ημέρας —αυτό είναι ανθρώπινα σχεδόν αδύνατο.
Είναι κάτι βαθύτερο:
να μη χάσει ποτέ το θαύμα.
Να μπορεί, ύστερα από τριάντα, σαράντα ή πενήντα χρόνια Ιερωσύνης, να σταθεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα και κάπου βαθιά μέσα του να εξακολουθεί να απορεί:
«Γιατί, Θεέ μου, εμένα;»
Όχι από ανασφάλεια.
Από ευγνωμοσύνη.
Γιατί η Ιερωσύνη δεν είναι δικαίωμα. Δεν είναι προσωπικό επίτευγμα. Δεν είναι τίτλος που κατακτήθηκε.
Είναι χάρισμα που παραδόθηκε σε ανθρώπινα χέρια.
Και γι’ αυτό ο αποστολικός λόγος παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρος: ο ποιμένας καλείται να διακονεί το ποίμνιο του Θεού όχι αναγκαστικά αλλά εκουσίως, όχι ως εξουσιαστής, αλλά ως τύπος του ποιμνίου.[2]
Χέρια ανθρώπινα, λοιπόν.
Χέρια που κάποτε ήταν νέα και δυνατά και κάποτε θα γεράσουν. Χέρια που βάφτισαν παιδιά, ευλόγησαν γάμους, σταύρωσαν πονεμένα μέτωπα, κράτησαν το Άγιο Ποτήριο και έκλεισαν τα μάτια ανθρώπων που αναχώρησαν.
Και μία ημέρα αυτά τα ίδια χέρια θα σταυρωθούν πάνω στο στήθος του ίδιου του ιερέως.
Τότε κάποιος άλλος θα φορέσει πετραχήλι.
Κάποιος άλλος θα σταθεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα.
Κάποιος άλλος θα μνημονεύσει το δικό του όνομα.
Αυτή όμως η σκέψη δεν είναι θλιβερή.
Είναι εκκλησιαστική.
Διότι η Εκκλησία δεν άρχισε από εμάς και δεν θα τελειώσει με εμάς.
Εμείς περνούμε.
Η Αγία Τράπεζα μένει.
Οι γενεές διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά το «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» εξακολουθεί να ακούγεται. Και δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς με την αναγγελία της Βασιλείας αρχίζει η Θεία Λειτουργία.[3]
Και ίσως εκεί βρίσκεται μία από τις ομορφότερες μορφές ταπεινώσεως της Ιερωσύνης:
να γνωρίζεις ότι είσαι περαστικός διάκονος μιας αιώνιας Βασιλείας.
Ο Χριστός παραμένει ο Αρχιποίμην.[4]
Εμείς διακονούμε.
Εκείνος μένει.
Γι’ αυτό αξίζει κάθε Θεία Λειτουργία να τελείται σαν δώρο.
Κάθε όνομα να μνημονεύεται σαν να είναι μοναδικό.
Κάθε ευλογία να δίνεται με συναίσθηση.
Κάθε άνθρωπος που πλησιάζει τον ιερέα να αντιμετωπίζεται σαν να μπορεί αυτή να είναι η τελευταία φορά που οι δρόμοι τους συναντώνται.
Και όταν τελειώσει η ακολουθία και ακουστεί πάλι το γνώριμο:
«Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν…»
ας μην αναρωτηθούμε ποιο θα είναι το τελευταίο.
Δεν χρειάζεται να το γνωρίζουμε.
Αρκεί το σημερινό να μην ειπωθεί από συνήθεια.
Γιατί ίσως η ουσία δεν είναι να γνωρίζουμε πότε θα λειτουργήσουμε για τελευταία φορά.
Η ουσία είναι να μη λειτουργήσουμε ποτέ σαν να ήταν η Θεία Λειτουργία κάτι συνηθισμένο.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τον ιερέα.
Κάπου υπάρχει και για τον καθένα μας μία τελευταία Κυριακή. Μία τελευταία είσοδος στον ναό. Ένα τελευταίο κερί. Ένα τελευταίο «Κύριε, ἐλέησον». Μία τελευταία φορά που θα ασπαστούμε μία εικόνα και θα κάνουμε το σημείο του Σταυρού.
Δεν γνωρίζουμε ποια.
Και ευτυχώς που δεν γνωρίζουμε.
Γι’ αυτό, μέχρι τότε,
ας λειτουργούμε, ας προσευχόμαστε, ας συγχωρούμε και ας αγαπούμε σαν να μην ήταν τίποτα αυτονόητο.
Γιατί τελικά η ζωή δεν μας ζητά να γνωρίζουμε ποιο θα είναι το τελευταίο «Δι’ εὐχῶν».
Μας ζητά να μην αφήσουμε κανένα «Δι’ εὐχῶν» να περάσει χωρίς ευχαριστία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου