Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

«Πῦρ ἐξ οὐρανοῦ» - Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

 

«Πῦρ ἐξ οὐρανοῦ»

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

«Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε;» (Λουκ. 9,54)

Ἡ Γαλιλαία, ἔχουμε πεῖ, ἦταν ἡ ἀγαπητὴ στὸν Ἰησοῦ ἐ­παρχία τῆς Παλαιστίνης. Στὴν ὄχθη τῆς λίμνης Γεν­νησαρὲτ ἀκούστηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἡ γλυκειὰ φω­νὴ τοῦ Κυρίου ποὺ καλοῦσε σὲ μετάνοια. Ἀπὸ τὸ λαό της διά­λεξε τοὺς πρώτους μαθητὰς καὶ ἀποστόλους. Τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά της διέσχισε κατ᾽ ἐπανάληψιν κηρύττον­τας τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τῶν οὐρα­νῶν. Τὴν Καπερνα­ούμ, μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες πόλεις της, εἶχε κάνει κέν­­τρο τῆς δράσεώς του, «ἰ­δί­αν πόλιν», πόλι του (Ματθ. 9,1). Τὰ νε­­ρὰ τῆς λίμνης δι­έσχισε πολλὲς φορές, πάνω στὰ κύμα­­τά της περπάτησε καὶ στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα εἶ­πε τὸ περίφημο «Σιώπα, πεφίμωσο» (Μάρκ. 4,39). Πόσες εὐ­ερ­γε­σίες χάρηκε αὐτὸ τὸ μέρος! Ὁποιοδήποτε σημεῖο αὐ­τῆς τῆς γῆς καὶ ἐὰν ἐπισκεφθῇ κανείς, τὸν Ἰησοῦ παντοῦ βλέπει νοερὰ νὰ περπατάῃ, νὰ διδάσκῃ, νὰ εὐλογῇ.

Ἀλλὰ ἔφτασε τώρα ὁ καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψῃ ὁ Ἰησοῦς τὴ Γαλιλαία. Ἔπρεπε νὰ πάῃ στὴν πρωτεύ­ουσα, τὴν προ­φη­τοκτόνο πόλι, τὰ Ἰεροσόλυμα, γιὰ νὰ προσφέρῃ ἐκεῖ τὴν ὑψίστη, τὴ μοναδι­κὴ θυσία «ὑ­πὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτη­ρί­­ας» (Λειτ. Μ. Βασ., καθαγ.). Ἔπρεπε νὰ πάθῃ καὶ νὰ σταυ­ρωθῇ. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, γιὰ νὰ ἐκθέσῃ τὸ νέο αὐτὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, τὴν ἀναχώ­ρησι ἀπὸ τὴ Γαλι­λαία στὴν Ἰουδαία, μεταχειρίζεται λέξι ποὺ ἐκ­φράζει ζω­ηρὰ τὴν ἀποφασιστικότητα καὶ σταθερότητα μὲ τὴν ὁ­ποία ἄρχισε τὴν πορεία του πρὸς τὴν Ἰερουσαλήμ. «Ἐστήρι­ξε», λέει, «τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι εἰς Ἰερου­σαλήμ» (Λουκ. 9,51).

Ἐὰν ἐπιτρέπεται νὰ παρουσι­άσουμε μὲ κάποια εἰκόνα τὴ στιγμὴ αὐτὴ τῆς στα­θερᾶς καὶ ἀκλονήτου ἀποφάσεως τοῦ Ἰησοῦ, νομίζουμε, ὅτι ἡ εἰκόνα τοῦ πλοιάρχου, ποὺ μέσα στὴ φουρτουνιασμένη θάλασ­σα στέκει ἀ­τρό­μητος ἐπάνω στὴ γέφυρα τοῦ πλοίου καὶ ἀ­κολουθεῖ τὴ γραμμὴ πλεύσεως καὶ μέσ᾽ στ᾽ ἀ­φρισμένα κύματα κατευθύνει τὸ πλοῖο, αὐτὴ ἡ εἰ­κόνα, λέω, μπορεῖ κάπως νὰ παραστήσῃ τὴ μεγα­λειώδη στιγμὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ὁ Ἰησοῦς, ἐν γνώσει ὅλων τῶν συνεπειῶν ποὺ θὰ εἶχε ἡ μετάβασί του στὰ Ἰεροσόλυμα, παίρνει τὴν ἀπόφασι νὰ πορευθῇ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Καμμιά ἀμφιταλάντευσι.

Ἡ γραμμὴ ποὺ χαράχθηκε θὰ τηρηθῇ. Τὸ ταξίδι θὰ γί­νῃ. Τὸ ποτήριο τῶν θλίψεων θὰ ἀ­δειάσῃ μέχρι τὸν πυ­θμένα. Ὁ σταυρὸς θὰ στηθῇ. Καὶ ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς σὰν σὲ βωμὸ θὰ προσ­φέρῃ τὴ θυσία του. «Ἐστήριξε τὸ πρόσω­πον αὐτοῦ τοῦ πο­ρεύεσθαι εἰς Ἰερουσαλήμ». Τί ἡ­ρωικὸ φρόνημα ἀπέναντι στὸ θάνατο ἐκφράζει τὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ Εὐαγγελίου!
Ὦ Κύριε! Ὅσες φορὲς κ᾽ ἐμεῖς στὴν πορεία τῆς ζω­ῆς μας καλούμεθα νὰ ἐκτελέσουμε καθήκοντα ποὺ ἀπαι­τοῦν θυσίες καὶ μαρτυρικὸ ἀκόμη θάνατο, ἐσύ, ποὺ ἐ­στήριξες τὸ πρόσωπό σου γιὰ νὰ πορευθῇς πρὸς τὴν προφητοκτόνο πόλι, βοήθησε κ᾽ ἐμᾶς, νὰ βαδίζουμε μὲ σταθερότητα ἐκεῖ ὅπου μᾶς καλεῖ τὸ ὑπέρτατο χρέος.
* * *
Κατ
ὰ τὴν πορεία αὐτὴ πρὸς τὴν Ἰερουσαλὴμ συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιο. Ὁ Κύριος, ὅταν μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του πλησίασε στὰ βουνὰ τῆς Σαμαρείας, ἔστειλε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του στὴν πλησιέστερη κωμόπολι τῶν Σαμα­ρειτῶν, νὰ εἰδοποιήσουν ὅτι ἔρχεται. Ἀσφαλῶς οἱ κάτοι­κοι τῆς κωμοπόλεως αὐτῆς, ὅπως καὶ κάθε ἄλλης κω­μοπό­λεως καὶ πόλεως τῆς Σαμαρείας, θὰ εἶ­χαν ἀκούσει γιὰ τὸν Ἰησοῦ, γιὰ τὴ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματά του, καὶ θὰ ἔ­πρεπε μὲ χαρὰ νὰ δεχτοῦν τὴν εἴδησι ὅτι ἔρχεται στὸ χωριό τους ὁ Ἰ­ησοῦς. Ὤ ἐὰν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὴν κραταιὰ ῾Ρώ­μη τοὺς προειδοποιοῦσε ὅτι τὴν κωμόπολί τους θὰ ἐπισκεφθῇ ὁ αὐτοκράτορας, ποιά προετοιμασία δὲν θὰ ἔκαναν γιὰ τὴν ὑποδοχή του! Μὰ ἐκεῖνος ποὺ θέλησε νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ χωριό τους εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ βασι­λεῖς καὶ αὐτοκράτορες, εἶνε ὁ «βασιλεὺς βασιλέων καὶ κύ­ριος κυρίων» (Ἀπ. 19,16), εἶνε ἐκεῖνος στὸν ὁποῖον ὀφείλουν ὅ,τι ἔ­χουν. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν ἀνταξί­ως. Ἀλλὰ οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως αὐτῆς εἶνε ψυχικὰ τυφλοὶ καὶ δὲν μποροῦν νὰ δοῦν ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν ὁδοιπόρο αὐτόν, ποὺ θὰ τοὺς ἐπισκε­πτόταν, κρύβεται ἡ Θεότης. Δὲν ἐκτίμησαν τὴν ἔκτακτη, τὴ μοναδικὴ εὐκαιρία, ποὺ ποτέ ἄλ­λοτε δὲν θὰ τοὺς παρουσιαζόταν. Τὸ ἄπειρο σὲ ἀ­ξία γεγονός, ὅτι ἕνας Θεὸς τοὺς ἐπισκεπτόταν, τὸ περιφρόνησαν. Καὶ μέσῳ τῶν δύο ἀπεσταλμέ­νων διαμήνυσαν στὸν Ἰησοῦ, ὅτι δὲν θέλουν νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ χωριό τους.
Ὁ Ἰησοῦς ἀνεπιθύμητος! Τ᾽ ἄκουσαν οἱ ἀδελφοὶ Ἰάκω­βος καὶ Ἰωάννης καὶ ἐξωργίστηκαν. Θεώρησαν προσβλητι­κὴ γιὰ τὸν Κύριο τὴ διαγωγὴ αὐτὴ τῶν Σαμαρειτῶν. Καὶ ἕ­­να πνεῦμα μίσους καὶ ἐκδικήσεως ἄρχισε νὰ πνέῃ στὴν καρ­­διά τους. Κατὰ τὴν ἀντίληψί τους δὲν ἔπρεπε νὰ μείνουν ἀ­τιμώρητοι οἱ ἄν­θρωποι αὐτοὶ –ἐὰν ἄξιζε νὰ λέγωνται ἄν­θρωποι– οἱ ὁ­ποῖοι δὲν ἀναγνώρισαν καὶ δὲν τίμησαν τὸν Κύ­ριο. Ἐ­ὰν μποροῦσαν νὰ τοὺς τιμωρήσουν, θὰ τὸ ἔκαναν· τό­ση ἦ­ταν ἡ ὀργή τους. Στὴ μνήμη τους ἦρ­θε μιὰ εἰκόνα φο­βε­ρῆς τιμωρίας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε δὲν τίμησαν ἕ­­­να προφήτη τοῦ Θεοῦ· θυμήθηκαν τοὺς δύο ἐκείνους ἀ­ξιωματικοὺς τοῦ Ἀχαάβ, οἱ ὁποῖοι μὲ τοὺς στρατιῶτες τους εἶ­χαν σταλῆ νὰ καταδιώξουν καὶ νὰ συλλάβουν τὸν προφήτη Ἠλία. Αὐτοί, μόλις πλησίασαν στὸ μέρος ὅπου ἔμενε ὁ ἐρημίτης, ἀλληλοδιαδόχως βρῆκαν οἰκτρὸ θάνα­το. Μὲ προσευχὴ τοῦ προφή­­του κατέβηκε ἀπ᾽ τὸν οὐρα­νὸ φωτιά, ἔπεσε πά­νω τους καὶ τοὺς κατέκαυσε (βλ. Δ ́ Βασ. κεφ. 1ο). Τὸ τιμωρητικὸ αὐτὸ γεγονὸς θυμήθηκαν οἱ δύο μαθη­ταὶ καὶ ἔκαναν τὸ συλλογισμό· Ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ἀξι­ωματικοὶ καὶ στρατιῶτες ποὺ δὲν τίμησαν τὸν προ­φήτη Ἠλία τιμωρήθηκαν τόσο σκληρά, αὐτοὶ ἐδῶ οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως, ποὺ δὲν τίμη­σαν ὄχι πλέον ἕνα προφήτη ἀλλὰ τὸν Κύριο, ποιά τιμωρία πρέπει νὰ ὑποστοῦν;… Ὁ Ἠλίας παρακάλεσε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν τιμωρία τους, καὶ καλὰ ἔκανε. Γιατί ὁ Ἰησοῦς δὲν θὰ παρακαλέσῃ τὸν οὐ­­ράνιο Πατέ­ρα του νὰ τιμωρήσῃ παραδειγματικὰ τοὺς ἀσεβεῖς αὐ­τοὺς Σαμαρεῖτες; Τὶς σκέψεις τους αὐτὲς οἱ δύο μαθηταὶ ἐξέφρασαν στὸν Ἰησοῦ· «Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι ἀ­πὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐ­ποίησε;» (Λουκ. 9,54). Οἱ «υἱοὶ βροντῆς» (Μάρκ. 3,17), ὅπως ὠνομάστηκαν οἱ δύο μαθηταί, θέλουν ν᾽ ἀστρά­ψῃ καὶ νὰ βρον­τήσῃ ὁ οὐρανός, νὰ ῥίξῃ φωτιὰ καὶ νὰ κάψῃ τοὺς ἀσεβεῖς. Ζητοῦν τὴ θεϊκὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου. Θὰ χαροῦν νὰ δοῦν νὰ πυρπο­λῆ­ται ὁλόκληρο τὸ χωριό, νά ᾽χῃ τὴν τύχη τῶν Σο­δόμων καὶ Γομόρρας.
Κα
ὶ ὁ Κύριος; Εἰσακούει τὴν παράκλησί τους; Ὄχι! Ἀ­πορρίπτει τὸ αἴτημά τους. Ἐπιτιμᾷ τοὺς δύο μαθητὰς για­τὶ ἐξέφρασαν τέτοια ἐπιθυμία καταστροφῆς καὶ τοὺς λέει· «Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς· ὁ υἱὸς τοῦ ἀν­θρώπου οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι» (Λουκ. 9, 55-56).
Τί
ὑπέροχα λόγα, ποὺ μόνο τὸ στόμα τοῦ Θεανθρώπου μποροῦσε νά πῇ σὲ ἐποχὴ ποὺ ἔβραζαν τὰ φυλετικὰ πάθη καὶ ἡ ἐκδίκησι τῶν ἐχθρῶν ἐθεωρεῖτό κάτι νόμιμο! Τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου εἶνε· Ἀγνοεῖτε ποιό νέο πνεῦ­μα ἀγάπης καὶ πραότητος ἄρχισε να πνέῃ ἐπάνω στὴ γῆ. Τὸ ὄρος Σινὰ διαφέρει ἀπὸ τὸ ὄρος, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ἐξεφωνήθη αὐτὴ ἡ λεγομένη Ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία. Τὸ Καρμήλιο ὄρος, στὰ σπήλαια τοῦ ὁποίου διέμενε ὁ προφήτης Ἠλίας, ποὺ ἐκσφενδονίζει τὴ φωτιὰ τῆς ὀργῆς κα­τὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, διαφέρει ἀπὸ τὸ Γολγοθᾶ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὄχι λόγοι μίσους καὶ κατάρας, ἀλλὰ λόγοι ἀγάπης καὶ συγχωρήσεως θὰ ἀκουστοῦν γιὰ ὅλους, καὶ γι᾽ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς σταυρωτάς μου. Ἡ ἀγάπη, τὸ ἔλεος καὶ ἡ συγχώρησις εἶνε ὁ ὑπερέχων χαρακτήρας τῆς διδα­σκαλίας μου, καὶ αὐτὸ τὸ πνεῦμα πρέπει νὰ κυριαρχήσῃ καὶ στὶς δικές σας καρδιές, μαθηταί μου.
Ἡ καταστροφὴ ἑνὸς χωριοῦ ἦταν εὔκολη. Ἡ σωτηρία ὅμως μιᾶς ψυχῆς ἦταν τό δυσκολώτερο ἀπ᾽ ὅλα, καὶ γιὰ τὴ σωτηρία της ὁ Κύριος «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Ψαλμ. 17,10). Γιὰ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν χρειάζεται ὑπομονὴ καὶ μακροθυμία. Τό χωριὸ αὐτὸ τῶν Σαμαρειτῶν δὲν δέχτηκε σήμερα τὸν Σωτῆρα. Ἀλλ᾽ ἀποκλείεται νὰ εἶ­νε καὶ τὸ χωριὸ αὐτὸ μεταξὺ τῶν χωριῶν ἐκείνων τῆς Σαμαρείας, τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν διωγμὸ ἐπὶ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου τὰ ἐπισκέφθηκαν οἱ μαθηταὶ καὶ δέχτηκαν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου; (βλ. Πράξ. 8,1,14-15). Ὅ,τι σήμερα ὁ ἁ­μαρτω­λὸς ἀρνεῖται πεισματικά, ἀποκλείεται αὔριο ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι ἰσχυρᾶς πνοῆς τῆς θείας χάριτος νὰ τὸ δεχτῇ; Ἀποκλείεται οἱ σημερινοὶ διῶκτες καὶ σφαγεῖς νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ γίνουν οἱ διαπρύσιοι κήρυκες καὶ ἀπόστολοι τῆς θρησκείας τοῦ Ναζωραίου;
Μ
ὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος ἔδωσε στοὺς μαθητὰς ἕνα ὑπέροχο μάθημα πραότητος καὶ ἀνεξικακίας, τὸ ὁποῖο εἶ­χαν ἀπόλυτη ἀνάγκη. Γιατὶ αὔριο θὰ ἔβγαιναν καὶ αὐτοί, μόνοι τους πλέον, χωρὶς τὸν ἀγαπητὸ Διδάσκαλο, νὰ περι­­οδεύσουν διάφορα χωριὰ καὶ θὰ συναντοῦσαν ἀντίδρα­σι φοβερὴ ἐκ μέρους τοῦ κόσμου ποὺ δὲν πιστεύει στὸ σωτήριο μήνυμα. Ὄχι ἕνα καὶ δύο, ἀλλὰ πολλὰ χωριὰ καὶ πόλεις θὰ ἔδειχναν συμπεριφορὰ ἴδια καὶ ἀκόμη χειρότερη ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἔδειξαν ἀπέναντι στὸν Κύριο οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως τῶν Σαμαρειτῶν. Οἱ εὐεργετικώτεροι αὐτοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους θὰ ἐκδιώκονταν ὡς οἱ πιὸ ἐπιβλαβεῖς, θὰ καταδιώκονταν σὰν κακοῦργοι καὶ λῃ­σταί. Τί ἔπρεπε νά πράξουν ἀπέναντι σὲ τέτοιους ἀνοσίους ἀνθρώπους; Νὰ γονατίσουν καὶ νὰ παρακαλέσουν τὸν Κύριο νὰ τιμωρήσῃ αὐτοστιγμεὶ τοὺς διῶκτες τους, τοὺς περιφρονητὰς καὶ ὑβριστὰς τοῦ ὀνόματός του; Ὄχι. Εἶχαν γνωρίσει πιὰ τὸ πνεῦμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ. Εἶχε ἔλθει σ᾽ αὐτοὺς Πνεῦμα ἅγιο. Γι᾽ αὐτὸ κηρύττον­τας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐλέγχοντας τὴν ἀπιστία καὶ τὴ διαφθο­ρὰ τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων, φεύγον­τας ἀπὸ τὰ χωριὰ καὶ τὶς πόλεις ἀπὸ ὅπου τοὺς καταδίωκαν, καὶ τινάζοντας τὴ σκόνη ἀπὸ τὰ παπούτσια τους, θὰ ὕψωναν χέρια ἱκεσί­ας πρὸς τὸν Κύριο καὶ θὰ παρακαλοῦσαν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ποὺ θὰ τοὺς κακοποιοῦσαν καὶ θὰ τοὺς ἐφόνευαν μὲ θάνατο σκληρό. Μὲ τὰ ὅπλα αὐτά, τῆς πραότητος καὶ ἀνεξι­κακί­ας, κατώρθωσαν νὰ νικήσουν καὶ νὰ θριαμβεύ­σουν.
Τ
ὰ πνευματικὰ αὐτὰ ὅπλα ἔχουν ἀνάγκη καὶ οἱ σημερινοὶ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Κυρίου. Στὴν ἱεραποστολική τους πορεία θὰ συναν­τήσουν καὶ ἄτομα καὶ οἰκογένειες καὶ συνοικισμοὺς καὶ χωριά, μικρὰ καὶ μεγάλα, στὴν ἱστορία τῶν ὁποίων θὰ γρα­φῇ ἀπὸ χέρι ἀγγέλου, ὅτι τοὺς ἐπισκέφθηκε ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου καὶ «οὐκ ἐδέξαντο αὐτόν» (Λουκ. 9,53).
Δ
ὲν δέχτηκαν ὄχι αὐτόν, ἀλλ᾽ ἐκεῖνον ἐν ὀνόματι τοῦ ὁ­­ποίου ἐρχόταν νὰ κηρύξῃ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ συμβαίνῃ καὶ στὸ μέλλον, τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ ἄνθρωποι μὲ μεγάλες τιμὲς θὰ ὑποδέχωνται ἕναν κατώτερο ἐκπρόσωπο κοσμικῆς ἐξουσίας, τὴν ἴδια ἡμέρα κανένας ἀπ᾽ αὐ­τοὺς νὰ μὴν προθυμοποιῆται ν᾽ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καὶ νὰ φιλοξενήσῃ ἕναν ταπεινὸ ἐργάτη τοῦ Εὐ­αγγελίου, ποὺ θ᾽ ἀναγκάζεται νὰ διανυκτερεύῃ στὰ στασί­­δια τοῦ ναοῦ τοῦ χωριοῦ!… Ἀλλὰ γιατί νὰ παραξενευώμαστε; Ἰδιοτελεῖς καὶ συμφεροντολόγοι οἱ ἄνθρωποι, περιποιοῦνται τὸν μέν, γιατὶ ἀπὸ αὐτὸν ἐξαρτῶνται ὑλικὰ συμφέροντα, περιφρονοῦν δὲ τὸν ἄλλο, γιατὶ δὲν προσδοκοῦν ἀπὸ αὐτὸν κάτι ὑλικό. Δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν τὸν πολύτιμο μαργαρίτη, τὸν ὁποῖο φέρνει μαζί του ὁ κήρυκας τοῦ Εὐ­αγγελίου, ὅπως ἀκριβῶς δὲν ἦ­ταν εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ἀξία τῆς παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως τῶν Σαμαρειτῶν.
Ἀκούσαμε ὅτι ἕνας πλανόδιος βιβλιοπώλης θρησκευτικῶν βιβλί­ων, ὅταν μπῆκε κάποτε σὲ ἕνα κέντρο ποὺ διασκέδαζαν νέοι, ἔγινε στόχος εἰρωνειῶν καὶ ἐμ­παιγμῶν. Κάποιος μάλιστα ἀπὸ τοὺς νεαροὺς τὸν πλησίασε ἀπὸ πίσω καὶ ἔβαλε φωτιὰ στὸ πανωφόρι του, ποὺ ἄρχισε νὰ καί­γεται μέσα στὰ γέλια τῶν ἄλλων. Ὁ βιβλιοπώλης ἀτάραχος ἔβγαλε τὸ πανωφόρι, τὸ ἔρριξε στὴν αὐλὴ ὅπου κάηκε, ξαναγύρισε καὶ σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβῆ τίποτα συνέ­χισε νὰ μιλάῃ γιὰ τὴν ἀξία τῆς ἁγί­ας Γραφῆς. Ἡ συμ­περιφορά του κατέπληξε τοὺς νέους. Μετάνοιωσαν γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ φέρθηκαν, ζήτησαν συγγνώμη, ἀ­γόρασαν κι αὐτοὶ ἀπὸ μία ἁγία Γρα­φὴ καὶ τοῦ ὑποσχέθηκαν ὅτι θὰ τὴ μελετοῦν. Ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος ἐκφράζοντας τὸ πνεῦ­μα τῆς ἀνωτερότητος ποὺ διέκρινε τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, λέει· «Λοιδο­ρούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀ­νεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν, ὡς περικαθάρ­ματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α΄ Κορ.4,12-13).
Ἀλλὰ ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος στὴ σύγχρο­νη γενεὰ συνεχίζει τὸ ἔργο τῶν μαθητῶν καὶ ἀποστό­λων τοῦ Κυρίου, δὲν πρέπει ν’ ἀπογοητεύεται ἀπὸ τέτοιες ἐκδηλώσεις ἀγενοῦς συμ­πε­ριφορᾶς. Αὐτὲς εἶνε τὰ λιγώτε­ρα ποὺ μπορεῖ νὰ περιμένῃ κανεὶς ἀπὸ ἕναν κόσμο ποὺ ἐ­σταύ­ρωσε τὸν Χριστὸ καὶ καταδί­ωξε τοὺς ἀποστόλους καὶ ὅλους τοὺς γνησίους ἐργάτες τοῦ Εὐ­αγγελίου. Ἐὰν ἔχῃ «στηρίξει τὸ πρόσωπον» τοῦ βαδίζειν ἀκλινῶς τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, ἂς ἑτοιμαστῇ ν᾽ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὰ χειρότερα, καὶ αὐτὸν τὸν μαρτυρικὸ θά­νατο, ὁ ὁποῖος θὰ εἶνε καὶ ἡ λαμπρὴ ἐπισφράγισι τῆς ἀποστολικῆς του διακονίας.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: