Μακριά ἀπὸ αἱρετικούς!
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
«Μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι» (Τίτ. 3,9)
Εἶνε ἀνάγκη νὰ τὸ ποῦμε, ἀγαπητοί μου, ὅτι ζοῦμε σὲ ἐποχὴ κρίσιμη γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα; Ἡ γενεά μας εἶνε «γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη», ὅπως εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. 17,17). Στὰ παλιὰ εὐλογημένα χρόνια ἄκουγαν τὴ λέξι «ἁμαρτία» καὶ ἔτρεμαν. Τώρα, καὶ τὴν πιὸ
μεγάλη ἁμαρτία, τὴν κάνουν καὶ σαρκάζουν καὶ εἰρωνεύονται τοὺς πιστούς.
Ἀλλὰ τὸ Εὐαγγέλιο,
ὅπως ἡ ζυγαριὰ τοῦ φαρμακείου, τὰ ζυγίζει ὅλα. Καὶ τί μᾶς λέει ὁ Χριστός· ὅτι θὰ δώσουμε λόγο ὄχι μόνο γιὰ τὰ μεγάλα ἐγκλήματά μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν «ἀργὸν» λόγο (Ματθ. 12,36), γιὰ ἕνα λόγο περιττὸ ποὺ λέμε. Καὶ γι᾿ αὐτὸ μᾶς
συμβουλεύει, νὰ
προσέχουμε τί λέμε καὶ τί
συζητᾶμε.
Ὅσοι δὲν προσέχουν τὴ γλῶσσα κινδυνεύουν. Καὶ ἀκριβῶς γιὰ τὸν κίνδυνο αὐτό, καὶ μάλιστα ἕνα ὡρισμένο
ἁμάρτημα τῆς γλώσσης, φωνάζει σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Τίτ. 3,8-15) καὶ μᾶς λέει· Προσέχετε τί συζητήσεις κάνετε μὲ τοὺς διαφόρους ἀνθρώπους, καὶ πρὸ παντὸς μὲ τοὺς αἱρετικούς. Μὴν ἀνοίγετε κουβέντες μ᾿ αὐτούς· διότι αὐτὲς οἱ
συζητήσεις «εἶνε ἀνωφελεῖς καὶ μάταιες» (ἔ.ἀ.
3,9). Ὅσο εἶνε ἐπικίνδυνο νὰ κουβεντιάζῃς μὲ ἕνα πόρνο ἢ ἕνα μοιχὸ ἢ ἕνα μέθυσο, ἄλλο τόσο εἶνε ἐπικίνδυνο νὰ μιλᾷς μὲ ἕναν αἱρετικό.
Αὐτὸ τὸν κίνδυνο πρέπει νὰ τὸν ἐξηγήσουμε λεπτομερέστερα.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὰ ἔγραψε αὐτὰ στὸ
μαθητή του, τὸν πρῶτο ἐπίσκοπο Κρήτης, τὸν Τίτο. Τότε οἱ λίγοι Χριστιανοὶ τῆς μεγαλονήσου ἦταν ζωνταντοί. Εἶχαν ζῆλο καὶ προσπαθοῦσαν νὰ μεταδώσουν τὴν πίστι καὶ σ᾿ ἄλλες
ψυχές. Ἄνοιγαν συζητήσεις καὶ μὲ ἑβραίους
καὶ μὲ εἰδωλολάτρες. Καὶ ἀπὸ ὑπερβολικὸ ζῆλο παρέτειναν πολὺ τὶς συζητήσεις, οἱ ὁποῖες
καταντοῦσαν ἀτέρμονες. Ἐκεῖνοι ὅμως ἦταν πείσμονες καὶ δὲν μετανοοῦσαν. Γι᾿ αὐτὸ λέει σήμερα ὁ Παῦλος· Μὴν ἀνοίγετε
συζητήσεις μ᾿ αὐτούς, κρατῆστε τὴν ὀρθόδοξο πίστι.
Τὸ κακὸ αὐτὸ
συνεχίστηκε καὶ μετὰ τοὺς ἀποστόλους,
ἀγαπητοί μου. Διότι
πάντοτε, ὅπως καὶ στὰ χρόνια τῶν ἀποστόλων,
ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ τὴ γνώμη τους τὴν ἔβαζαν παραπάνω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία αὐθεντικά, μὲ κῦρος ἐγγυημένο, ἑρμηνεύει γνήσια τὰ κείμενα τῶν ἁγίων Γραφῶν.
Σᾶς φέρνω δύο
παραδείγματα.
• Διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας στὸ «Πιστεύω», ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε «ὁμοούσιος τῷ Πατρί, δι᾿ οὗ τὰ πάντα
ἐγένετο». Τί σημαίνει «ὁμοούσιος»; Ἔχει μεγάλη σημασία. Σημαίνει, ὅτι ὁ Υἱὸς εἶνε τῆς ἴδιας οὐσίας μὲ τὸ Θεὸ
Πατέρα, ἴσος μὲ τὸ Θεό, εἶνε Θεὸς ὁ ἴδιος. Οἱ αἱρετικοὶ λοιπὸν ἔλεγαν·
–Σᾶς παρακαλοῦμε, στὸ «ὁμοούσιος» νὰ προσθέσουμε ἕνα γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου. Ἀπὸ «ὁμοούσιος» νὰ τὸ κάνουμε «ὁμοιούσιος». Εἶνε τίποτα νὰ προσθέσουμε ἕνα γιῶτα;…
–Ὄχι, ἀπαντᾷ ὁ Μέγας
Ἀθανάσιος καὶ οἱ ἄλλοι
πατέρες· διότι μὲ τὸ «ὁμοιούσιος» παύουμε πλέον νὰ κηρύττουμε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτσι, καὶ γιὰ ἕνα
γράμμα, ἔκαναν ἀγῶνες. Γιατὶ ὅποιος ἐδῶ ἀφαιρέσῃ ἢ προσθέσῃ κάτι, νοθεύει τὴν πίστι, εἶνε αἱρετικός. Οὔτε προσθήκη οὔτε ἀφαίρεσι δέχεται ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπως τὸ μάτι δὲν δέχεται οὔτε τρίχα. Καὶ οἱ αἱρετικοὶ σὰν τρίχα τὸ ἔβλεπαν
αὐτό. Ἀλλὰ εἶχε
μεγάλη σοβαρότητα, καὶ οἱ ἅγιοι πατέρες δὲν τὸ δέχτηκαν. Κ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἀρειανοὶ ἐπέμεναν, τοὺς ἀφώρισαν.
• Ἕνα δεύτερο παράδειγμα μᾶς δίνει ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῶν Πατέρων τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τότε εἶχαν παρουσιαστῆ οἱ εἰκονομάχοι,
ποὺ ἔλεγαν· Αὐτὲς οἱ εἰκόνες, πού ᾿χετε καὶ προσκυνᾶτε –τὸ λένε καὶ σήμερα οἱ προτεστάντες καὶ οἱ χιλιασταί–, αὐτὲς οἱ εἰκόνες εἶνε εἴδωλα…
Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὶς εἰκόνες ὡς εἴδωλα. Διότι σᾶς ἐρωτῶ· σὲ ποιό σαλόνι χιλιαστοῦ ἢ προτεστάντου δὲν ἔχουν τὴ φωτογραφία τῆς μάνας τους; Ὅπως στὰ σπίτια ἔχουμε φωτογραφίες τῶν ἀγαπημένων μας, ἔτσι καὶ στὴν ἐκκλησία
ἔχουμε τὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων
μας, τῶν ἡρώων τῆς πίστεώς μας, γιὰ νὰ τοὺς
βλέπουμε καὶ νὰ παραδειγματιζώμαστε.
Σήμερα ἑορτάζουμε τὴ νίκη τῶν εἰκόνων, τὴ νίκη τῶν πατέρων ἐναντίον τῶν εἰκονομάχων.
Γι᾿ αὐτὸ διαβάζεται ὁ ἀπόστολος
ποὺ λέει· «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος»
(Τίτ. 3,10).
Τί σημαίνει «αὐτοκατάκριτος»;
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ φύγῃς ἀπ᾿ τὸ μαντρὶ αὐτὸ ποὺ λέγεται Ἐκκλησία, χάνεσαι. Ἐδῶ βαπτίστηκες, ἐδῶ ἐβύζαξες
τὸ γάλα τῆς μάνας σου, ἐδῶ στεφανώθηκες, ἐδῶ ἔζησες ὅλα τὰ σημαντικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς σου.
Τί κακὸ σοῦ ἔκανε ἡ Ὀρθοδοξία; Ποῦ ἔσφαλε ἡ Ὀρθοδοξία;
Βγαίνεις λοιπὸν καὶ πηγαίνεις στοὺς χιλιαστάς, στοὺς φράγκους, στοὺς προτεστάντες; Τότε δίνεις κλωτσιὰ στὴ Μάνα σου τὴν Ἐκκλησία
σὰν τὸ ἀχάριστο παιδί. Δίνεις κλωτσιὰ στὴν κολυμβήθρα, στὶς εἰκόνες, σὲ ὅλα τὰ μυστήρια. Ἔτσι κάνεις; Ἔ τότε θά ᾿χῃς μέσα σου κάρβουνο ἀναμμένο.
Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ θ᾿ ἀρνηθῇ
κάποιος τὴν Ὀρθοδοξία, ἡ συνείδησί του θὰ τοῦ φωνάζῃ, Εἶσαι Ἰούδας! Καὶ σὰν τὸν Ἰούδα δὲν θά ᾿χῃ ἡσυχία.
Ὅποιος ἀρνεῖται τὴν Ὀρθοδοξία μας, θὰ εἶνε «αὐτοκατάκριτος».
Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ τὸν
δικάσῃ ἡ Ἐκκλησία· αὐτὸς θά ᾿χῇ κάρβουνο ἕως ὅτου
πεθάνῃ. Θὰ φωνάζῃ μέσα του ἡ συνείδησι· Πρόδωσες τὸ Χριστὸ γιὰ τριάκοντα ἀργύρια!…
Καὶ στὴ φτωχή μας πατρίδα γιὰ τριάκοντα ἀργύρια πουλᾶνε τὴν ψυχή τους στὸν διάβολο. Ναί, καὶ σήμερα τὸ κακὸ συνεχίζεται. Ἔγινε ἡ πατρίδα μας ἀμπέλι ξέφραγο.
Πότε θὰ ᾿ρθῇ ἡ μέρα
νὰ ξυπνήσουμε, νὰ φράξουμε τὸ ἀμπέλι καὶ νὰ μὴν ἀφήνουμε νὰ μπαίνουν τ᾿ ἀγριογούρουνα
νὰ ξερριζώνουν τὰ κλήματα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας; Τώρα ἔγινε ἀμπέλι ξέφραγο. Μπαίνουν οἱ φράγκοι, μπαίνουν οἱ προτεστάντες, μπαίνουν οἱ χιλιασταί, μπαίνουν οἱ γεδαιωνῖτες, μπαίνουν οἱ σαββατισταί, μπαίνουν οἱ πεντηκοστιανοί, μπαίνουν οἱ ἀνατολικὲς θρησκεῖες…
* * *
Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ ἐφαρμόσουμε
αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος
Παῦλος. Τί μᾶς λέει; Μακριά ἀπὸ τὶς αἱρέσεις! Μὴν ἀνοίγετε ψιλοκουβέντες μὲ τοὺς αἱρετικούς.
Εἶδες τί ἔπαθε ἡ Εὔα, πῶς
γελάστηκε; Παρουσιάστηκε ὁ
διάβολος μέσα στὸν
παράδεισο. Ὄχι μὲ κέρατα καὶ οὐρές. Ἂν
παρουσιαζόταν ἔτσι,
ποιός θὰ τὸν πλησίαζε; Ὁ διάβολος εἶνε εὐγενέστατος, τζέντελμαν, ἔχει πολλοὺς τρόπους. Πῶς παρουσιάστηκε; Ὡς «ὄφις» (Γέν. 3,1). Ὁ ὄφις, πρὶν νὰ τὸν καταραστῇ ὁ Θεός, ἦταν τὸ ὡραιότερο πουλί. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ πουλιὰ αὐτὸ ἀγαποῦσε ἡ Εὔα· καὶ διὰ μέσου τοῦ πουλιοῦ αὐτοῦ, ποὺ ἔγινε
κατόπιν φίδι καὶ σερνόταν
στὴ γῆ, ἄνοιξε κουβέντα ἡ Εὔα. Ἄνοιξε
ψιλοκουβέντα μὲ τὸν διάβολο, καὶ κατήντησε νὰ βρεθῇ ἐκτὸς τοῦ παραδείσου.
Σὰν τὸν ὄφι μιλᾶνε καὶ οἱ αἱρετικοί. Μέλι στάζουν τὰ χείλη τους· ἀλλὰ μέσ᾿ στὴν καρδιὰ ἔχουν φαρμάκι. Λέει λοιπὸν ὁ ἀπόστολος
Παῦλος· Μακριά, παιδιά μου,
ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
Ὅπως φεύγεις ἀπὸ ἕνα
σπίτι ἁμαρτωλό, ἔτσι νὰ φεύγῃς κι ἀπὸ τὸ σπίτι
τῆς αἱρέσεως. Ὁ δὲ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ποὺ ἡ
καρδιά του εἶνε
γεμάτη ἀγάπη, λέει κάτι ἄλλο φοβερώτερο. Ὅταν, λέει, χτυπήσῃ τὴν πόρτα σου μιὰ ἁμαρτωλὴ γυναίκα καὶ ζητήσῃ ψωμί, νὰ τῆς δώσῃς· ἂν ζητήσῃ ἕνας
κακοῦργος ἕνα ποτήρι νερό, νὰ τοῦ τὸ δώσῃς· εἶνε ἄνθρωπος.
Ἂν ὅμως χτυπήσῃ τὴν πόρτα σου αἱρετικὸς μὲ φυλλάδια, τότε; Μὴν ἀκοῦτε ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, ἀκοῦστε τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη,
ποὺ λέει· Ἂν παρουσιαστῇ αἱρετικὸς ἄνθρωπος, ποὺ ἀρνεῖται τὸ Χριστὸ καὶ τὴν
πίστι μας, οὔτε
καλημέρα νὰ τοῦ λὲς καὶ οὔτε στὸ σπίτι σου νὰ τὸν βάζῃς (βλ.
Β΄ Ἰω. 10).
Αὐτὰ μᾶς διδάσκει σήμερα ὁ ἀπόστολος. Ὄχι, δὲν ἔχουμε κουβέντες οὔτε μὲ τοὺς προτεστάντες
οὔτε μὲ τὸν πάπα, γιατὶ ὅλοι εἶνε ἄπιστοι. Θὰ μείνουμε ὀρθόδοξοι, ἐδῶ στὰ φτωχά μας βράχια.
Δὲν μᾶς ἔμεινε τίποτα ἄλλο στὸν κόσμο. Χάσαμε τὴν Πόλι, χάσαμε τὴ Μικρὰ Ἀσία, χάσαμε τὰ πάντα. Μείναμε μὲ τὴν πίστι τὴν ὀρθόδοξο.
Ζητοῦν νὰ μᾶς πάρουν καὶ τὴν
πίστι μας; Παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, μείνετε πιστοί. Πιστοὶ μέχρι θανάτου, ὣς τὴν τελευταία στιγμή, γιὰ νὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου