Η μορφή της
Ελένης έχει συντεθεί από πολλές ποιμαντικές συναντήσεις, ώστε να μην
αναγνωρίζεται κανένα πραγματικό πρόσωπο. Όσοι διακονούν το ιερό μυστήριο της
μετανοίας και εξομολογήσεως γνωρίζουν ότι ανθρώπους σαν αυτήν τους συναντούν
συχνά, και ότι η φράση της, «δεν έκανα αρκετή υπακοή», ακούγεται στο
εξομολογητήριο πολύ συχνότερα απ' όσο θα περίμενε κανείς. Με τον όρο
«γεροντισμό» δεν εννοούμε τη γνήσια γεροντική πατρότητα, η οποία χάρισε στην
Εκκλησία τους αγίους της, αλλά την παραμόρφωσή της που οδηγεί στον εκφυλισμό
της. Ο πνευματικός, κληρικός ή μοναχός, παύει να οδηγεί τον άνθρωπο προς τον
Χριστό και τον δένει με τον εαυτό του, ενώ ο πιστός μεταθέτει σε εκείνον
αποφάσεις που ανήκουν στη δική του ευθύνη. Η υπακοή, την οποία η ασκητική
παράδοση τοποθετεί κοντά στην κορυφή της πνευματικής ζωής, γίνεται τότε
μηχανισμός ελέγχου. Η σύγχρονη έρευνα, που άκουσε με προσοχή τις μαρτυρίες όσων
πληγώθηκαν, περιγράφει την πνευματική κακοποίηση ως εξαναγκασμό και έλεγχο ενός
προσώπου από ένα άλλο μέσα σε πνευματικό πλαίσιο, και στις μορφές της
συγκαταλέγει την απαίτηση υπακοής προς τον καθοδηγητή και την απομόνωση του
πιστού από όσους βρίσκονται έξω από τη σχέση.[1]
1. Δοκίμασε πρώτα τον κυβερνήτη
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ζητά από όποιον
σκοπεύει να μπει στο στάδιο της υπακοής να εξετάσει πρώτα και, όπως γράφει, να
δοκιμάσει τον κυβερνήτη, ώστε να μη βρεθεί σε ναύτη αντί για κυβερνήτη, σε
άρρωστο αντί για ιατρό, σε εμπαθή αντί για απαθή, και να μην ετοιμάσει μόνος
του το ναυάγιό του.[2]
Η προτροπή να μην κρίνει ο υποτακτικός τον γέροντά του για μικρές ανθρώπινες
αδυναμίες έρχεται μετά. Η διάκριση λοιπόν ασκείται στην αρχή της σχέσης και
αποτελεί ευθύνη του μαθητή, ο οποίος παραμένει ελεύθερος να διαλέξει οδηγό και
επομένως ελεύθερος να μη διαλέξει.
Ο ίδιος συγγραφέας ονομάζει τον πνευματικό πατέρα «μεσίτην πρὸς Θεόν, καὶ μετὰ Θεόν».[3] Ο πνευματικός που διδάσκει ότι η αμφιβολία απέναντί του ισοδυναμεί με αμφιβολία για τον Θεό έχει σβήσει σιωπηλά το «μετὰ Θεόν». Στέκεται πλέον εκεί όπου έχει θέση μόνο ο Χριστός, ο «εἷς μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων»[4] και αυτό είναι εξόχως επικίνδυνο.
2. Άλλο συμβουλή και άλλο εντολή
Το ακριβέστερο κριτήριο το βρίσκουμε στις
Ερωταποκρίσεις των οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου, όπου η τέχνη της πνευματικής
καθοδήγησης ξεδιπλώνεται σε εκατοντάδες γραπτές απαντήσεις προς μοναχούς και
λαϊκούς της Γάζας. Ένας αδελφός ρωτά αν οφείλει να εκτελεί απαρέγκλιτα κάθε
απάντηση που λαμβάνει από τους Πατέρες. Ο αββάς Ιωάννης, ο μαθητής και
συνασκητής του Μεγάλου Γέροντος, του απαντά με διάκριση: «Όχι όλες. Μόνο
αυτές που του δίνονται ως εντολές. Διότι άλλο είναι η απλή κατά Θεό συμβουλή
και άλλο η εντολή. Η συμβουλή είναι νουθεσία, δεν είναι δεσμευτική υποχρέωση,
και δείχνει στον άνθρωπο την ευθεία οδό της ζωής. Ενώ η εντολή έχει χαρακτήρα
υποχρεωτικής δέσμευσης».[5]
Η νουθεσία
φανερώνει τον δρόμο και αφήνει τον άνθρωπο να τον περπατήσει. Στην επόμενη
ερωταπόκριση ο Γέροντας εξηγεί τι συμβαίνει όταν ο μαθητής, που ζήτησε κατά
Θεόν απάντηση και όχι εντολή, δεν ακολουθήσει όσα άκουσε: «Αν τώρα δεν
θελήσεις να κάνεις ό,τι σου είπε ο πνευματικός Πατέρας, δεν σημαίνει ότι είσαι
παραβάτης εντολής, διότι δεν έλαβες εντολή, αλλά δείχνεις ότι παραβλέπεις το
συμφέρον σου και γι' αυτό οφείλεις να κατηγορείς τον εαυτό σου».[6]
Ο μαθητής δεν παραβαίνει εντολή. Παραμελεί το δικό του όφελος, και γι’ αυτό
μόνο μέμφεται τον εαυτό του. Ακολουθεί μια διευκρίνιση ακόμη πιο κρίσιμη, αφού
τον χαρακτήρα του λόγου τον ορίζει η πρόθεση εκείνου που μιλά: «Αν
παρακαλέσεις τον Γέροντα να σου δώσει εντολή, αλλά εκείνος δεν έχει τέτοια
πρόθεση, δεν θα θεωρηθεί σαν εντολή η απάντησή του, έστω και αν εσύ ζητήσεις
κάτι τέτοιο».[7]
Η διάκριση
αυτή φορτώνει με βαριά ευθύνη όποιον καθοδηγεί. Ο πνευματικός που θέλει να
μείνει μέσα στην παράδοση οφείλει να γνωρίζει, και να το λέει καθαρά, πότε
προσφέρει νουθεσία-συμβουλή και πότε δίνει εντολή. Όταν αυτό ξεχνιέται,
ηθελημένα ή σκόπιμα, τότε κάθε συμβουλή ακούγεται σαν εντολή και κάθε δισταγμός
σαν ανυπακοή στον ίδιο τον Θεό. Αυτή τη φωνή ακούει ακόμη η Ελένη.
Για τους λαϊκούς που ζουν στον κόσμο και δεν έχουν δώσει μοναχική υπόσχεση υπακοής, όσα λέει ο πνευματικός τους ανήκουν κατά κανόνα στη συμβουλή. Οι αποφάσεις για τον γάμο, το επάγγελμα, τον τόπο διαμονής, την ιατρική θεραπεία κ.α., ανήκουν σε εκείνον που θα ζήσει με τις συνέπειές τους. Ο πνευματικός προσεύχεται μαζί του, συμβουλεύει και του ανοίγει το φως του Ευαγγελίου. Δεν αποφασίζει στη θέση του. Ποτέ και για κανένα λόγο.
3. Ποιμαντικές επισημάνσεις
Ο πνευματικός-εξομολόγος οφείλει να δηλώνει ρητά αν
προσφέρει συμβουλή ή δίνει εντολή, και με τους λαϊκούς θα προσφέρει σχεδόν
πάντοτε συμβουλή. Καλό είναι να ζητά άδεια πριν μιλήσει για ζητήματα που ο
εξομολογούμενος δεν έθιξε ο ίδιος. Όταν κάποιος πάσχει από κατάθλιψη ή άλλη
ψυχική νόσο, ο πνευματικός τον ενθαρρύνει να συνεχίσει τη θεραπεία του και,
όπου χρειάζεται, συνεργάζεται με τον θεράποντα ιατρό, αντί να ερμηνεύει την
ασθένεια ως έλλειψη ταπεινώσεως. Μπορεί να συμβουλεύσει διακριτικότητα, όπως
κάνει η ασκητική παράδοση, για να φυλάξει τον άνθρωπο από την κενοδοξία. Δεν
του απαγορεύει όμως ποτέ να μιλήσει για τη σχέση τους, στους γονείς του, στη
σύζυγό του ή σε έναν άλλο πνευματικό, και δεν παρουσιάζει αυτή την απαγόρευση
ως υπακοή. Το απόρρητο της εξομολογήσεως δεσμεύει τον πνευματικό και
προστατεύει τον εξομολογούμενο, ο οποίος μένει ελεύθερος να μιλήσει για τη ζωή
του σε όποιον θέλει. Όταν ο πνευματικός του το απαγορεύει, αναποδογυρίζει μια
προστασία που η Εκκλησία έθεσε υπέρ του αδυνάτου και τη μετατρέπει σε ασπίδα
του ισχυρού.
Ευθύνη φέρουν και οι κοινότητες. Η ελευθερία να
διαλέξει κανείς πνευματικό και, όταν χρειαστεί, να τον αλλάξει ανήκει στην
παράδοση, και οι ενορίες και οι μονές οφείλουν να τη διακηρύσσουν φανερά αντί
να βλέπουν την αλλαγή πνευματικού ως προδοσία. Οι Μητροπόλεις χρειάζονται
σαφείς δρόμους μέσα από τους οποίους οι πιστοί θα εκφράζουν την ανησυχία τους
για κάποιον εξομολόγο, καθώς και διαδικασίες που θα την εξετάζουν με
σοβαρότητα. Η κατάρτιση των κληρικών χρειάζεται να περιλαμβάνει συνεχή
ποιμαντική επιμόρφωση, ώστε οι αυριανοί πνευματικοί να αναγνωρίζουν την
εξάρτηση τόσο σε όσους καθοδηγούν όσο και στη δική τους ανάγκη να τους
χρειάζονται.
Όσοι πληγώθηκαν χρειάζονται πρώτα υπομονή. Πολλοί,
όπως η Ελένη, έμαθαν να ακούν τη φωνή του Θεού στη φωνή εκείνου που τους
έβλαψε. Ο ιερέας που τους δέχεται μπορεί να τους προσφέρει τους Ψαλμούς της
μετανοίας που γεμίζουν τις ακολουθίες μας και τη βεβαιότητα ότι κάθε άνθρωπος
φέρει την εικόνα του Θεού, χωρίς να πιέζει για γρήγορη επιστροφή στο μυστήριο
της εξομολογήσεως. Κάποιοι θα χρειαστούν για ένα διάστημα απόσταση από την
εξομολόγηση, και η Εκκλησία μπορεί να σεβαστεί αυτή την απόσταση ως μέρος της
παραμυθίας τους.
Η Ελένη συνεχίζει να εκκλησιάζεται. Για μήνες δεν
μπορούσε να εξομολογηθεί, και ο νέος πνευματικός της δεν επέμεινε. Όταν τελικά
γονάτισε κάτω από το πετραχήλι, το έκανε επειδή το ήθελε η ίδια. Τώρα τον ρωτά,
συχνά μισοαστεία, αν κάποια κουβέντα του είναι «συμβουλή ή εντολή». Εκείνος της
απαντά πάντοτε και εκείνη έχει αρχίσει να ξαναπαίρνει μόνη της τις αποφάσεις
της ζωής της, ενώ τις νουθεσίες του πνευματικού της τις ακούει πια χωρίς φόβο.
[2] Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος Δ΄ «Περὶ τῆς μακαρίας καὶ ἀειμνήστου ὑπακοῆς», 7, στο Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν καὶ ἀσκητικῶν 16, κείμενο, μετάφραση και σχόλια Ελευθ. Γ. Μερετάκη, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 80-82. Αμέσως μετά ο συγγραφέας ζητά από όποιον έχει ήδη εισέλθει στην υπακοή να μην εξετάζει πλέον τον καλό του οδηγό.
[3] Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος Α΄ «Περὶ τῆς τοῦ ματαίου βίου βιαίας ἀποταγῆς καὶ ἀναχωρήσεως», 14, ό.π., σ. 42.
[4] Α΄ Τιμ. 2,5.
[6] Ό.π., ερωταπ. 369, σ. 254, «οὐκ ἔδοξας μὲν παραβαίνειν ἐντολήν, οὐ κατ’ ἐντολὴν γὰρ ἔλαβες, ἀλλ’ ἔδοξέ σοι παριδεῖν τὸ συμφέρον».
[7] Ό.π., ερωταπ. 370, σ. 256, «Ἐὰν ἐρωτηθεὶς οὐκ ἔσχε σκοπὸν τοῦ δοῦναι ἐντολήν, οὐ λογίζεταί σοι εἰς ἐντολήν, εἰ καὶ σὺ τοῦτο ᾔτησας».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου