Κήρυγμα στὴν Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ
Ex Grege
Ὑπάρχει ἕνας τύπος πελάτη ποὺ κάθε σερβιτόρος τὸν ξέρει. Δὲν εἶναι ὁ
κακός. Εἶναι ὁ συνηθισμένος. Ἐκεῖνος ποὺ μπαίνει στὸ μαγαζὶ καὶ ὅλα γύρω του —τὸ τραπέζι, τὸ νερό, ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ
φέρνει— ὑπάρχουν γιὰ νὰ τὸν ἐξυπηρετήσουν. Δὲν τὸ σκέφτεται κἂν· εἶναι
βαθιὰ πεποίθηση. Σηκώνει τὸ χέρι χωρὶς νὰ κοιτάξῃ, καὶ
περιμένει. Καὶ τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον:
ἂν κάποια στιγμὴ σβήσουν τὰ φῶτα καὶ κλείσῃ τὸ μαγαζί, αὐτὸς ὁ τύπος θὰ ἐξακολουθῇ, γιὰ ὥρα, νὰ σηκώνῃ τὸ χέρι. Γιατὶ ἡ
συνήθεια νὰ σὲ ὑπηρετοῦν εἶναι τὸ τελευταῖο πρᾶγμα ποὺ πεθαίνει μέσα σου. Πρώτα βγαίνει ἡ ψυχὴ καὶ μετὰ τὸ χούι.Ἴσως καὶ νὰ μὴν πεθαίνῃ καθόλου.
Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν πελάτη περιγράφει ἡ σημερινὴ παραβολή — μόνο ποὺ τὸν παρακολουθεῖ καὶ μετὰ τὸν θάνατο. Καὶ ἐκεῖ εἶναι ὅλο τὸ ζουμί
της.
Στὴ γῆ, τὰ πράγματα εἶναι ὅπως τὰ περιμένουμε. Ὁ πλούσιος «ἐνεδιδύσκετο πορφύραν», εὐφραινόταν «καθ' ἡμέραν λαμπρῶς». Στὴν πύλη του, πεταμένος σὰν σκουπίδι, ὁ Λάζαρος, μὲ τὰ σκυλιὰ νὰ γλείφουν τὶς πληγές του. Μιὰ φυσιολογικὴ εἰκόνα τοῦ κόσμου: ὁ ἕνας μέσα, ὁ ἄλλος ἔξω, καὶ μιὰ πόρτα ἀνάμεσά τους ποὺ κανεὶς δὲν τὴν ἀνοίγει. Ὣς ἐδῶ, τίποτε τὸ παράδοξο. Ὁ πλούσιος δὲν βασανίζει τὸν Λάζαρο· ἁπλῶς δὲν τὸν βλέπει. Τὸν προσπερνάει ὅπως προσπερνᾶς στὶς ταβέρνες τὸ τραπέζι ποὺ δὲν εἶναι τὸ δικό σου.
Πεθαίνουν καὶ οἱ δύο.
Καὶ ἐδῶ ἀρχίζει
τὸ ἀστεῖο — ἀστεῖο μὲ τὴν ἔννοια τοῦ μπλὰκ χιοῦμορ.
Γιατὶ ὁ πλούσιος ἀλλάζει τόπο, ἀλλάζει κατάσταση, ἀλλάζει τὰ πάντα — ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα: τὸν
τρόπο ποὺ βλέπει τὸν κόσμο. Σηκώνει τὰ μάτια μέσα ἀπ' τὴ φλόγα, βλέπει τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Λάζαρο, καὶ τί κάνει; Παραγγέλνει. «Πάτερ Ἀβραάμ... πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον
τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος.»
Στεῖλε μου τὸν Λάζαρο νὰ μοῦ φέρῃ λίγο
νερό.
Ἀκοῦστε το ξανά, γιατὶ εἶναι ἀπίστευτο.
Ὁ ἄνθρωπος καίγεται στὸν ἅδη — καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῇ τὸν Λάζαρο γκαρσόνι. Ἀκόμη κι ἐδῶ, ἀκόμη
καὶ τώρα, ὁ φτωχὸς εἶναι γι' αὐτὸν τὸ τρεχάμενο ἀγόρι ποὺ κουβαλάει τὸν δίσκο. Προσέξτε: δὲν μιλάει στὸν Λάζαρο — μιλάει γιὰ τὸν Λάζαρο. Δὲν τοῦ λέει
«συγχώρεσέ με», δὲν τὸν κοιτάζει κἂν στὰ μάτια. Ἀπευθύνεται στὸν Ἀβραάμ, στὸν μαίτρ, καὶ ζητάει νὰ τοῦ στείλῃ τὸ προσωπικό. Ὁ ἅδης,
γι' αὐτόν, εἶναι ἕνα ξενοδοχεῖο ὅπου ἁπλῶς ἀργεῖ τὸ room service.
Καὶ μὴ νομίσετε ὅτι τὸ κατάλαβε στὴ συνέχεια. Ξαναπαραγγέλνει. Δεύτερο αἴτημα: «πέμψον αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου» — στεῖλε τον στοὺς πέντε ἀδελφούς μου νὰ τοὺς προειδοποιήσῃ. Πάλι «στεῖλε τον». Πάλι ὁ Λάζαρος ταχυδρόμος, ἀγγελιαφόρος, ὑπηρέτης γιὰ θελήματα. Δύο φορὲς μιλάει ὁ πλούσιος στὴν αἰωνιότητα, καὶ τὶς δύο
εἶναι γιὰ νὰ δώσῃ ἐντολή. Δὲν ξέρει νὰ κάνῃ τίποτε ἄλλο. Ἡ γλῶσσα του ἔχει μάθει μόνο προστακτική.
Ἐδῶ, λοιπόν, ἡ παραβολὴ μᾶς λέει
κάτι ἀναπάντεχο γιὰ τὸ τί εἶναι
τελικὰ ἡ κόλαση. Δὲν εἶναι ἕνα
δωμάτιο βασανιστηρίων ὅπου ὁ Θεὸς στέλνει τοὺς κακούς. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ κουβαλάει τὸν ἑαυτό του ἀναλλοίωτο πέρα ἀπ' τὸν θάνατο. Ὁ πλούσιος δὲν τιμωρήθηκε μὲ μιὰ ξένη κατάσταση· συνεχίζει ἁπλῶς νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἤδη ἦταν. Στὴ γῆ ἔβλεπε τὸν Λάζαρο ὡς ὑπηρέτη καὶ τὸν
προσπερνοῦσε· στὸν ἅδη βλέπει τὸν Λάζαρο ὡς ὑπηρέτη
καὶ τὸν φωνάζει. Τίποτε δὲν ἄλλαξε μέσα του. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ φωτιά: νὰ ἔχῃς
πεθάνει, καὶ νὰ εἶσαι ἀκόμη ὁ ἴδιος.
Γι' αὐτὸ καὶ τὸ
«χάσμα μέγα» ποὺ λέει ὁ Ἀβραὰμ δὲν τὸ ἔσκαψε ὁ Θεός. Προσέξτε τί ἀκριβῶς ζητάει ὁ πλούσιος: δὲν ζητάει νὰ πάῃ αὐτὸς ἀπέναντι,
στὸν Λάζαρο. Ζητάει νὰ τοῦ φέρουν τὸν Λάζαρο ἐδῶ. Δὲν θέλει νὰ διασχίσῃ τὸ χάσμα· θέλει σέρβις πάνω ἀπ' τὸ χάσμα. Ἀκόμη καὶ τὴ
σωτηρία τὴν φαντάζεται ὡς παράδοση κατ' οἶκον, ὡς τὴν ὑπηρεσία
efood ἢ wolt, γιὰ νὰ καταλαβαινόμαστε. Ὁ Ἀβραὰμ τοῦ ἀπαντάει ὅτι τὸ χάσμα
δὲν περνιέται — ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ
πλούσιος οὔτε ποὺ προσπάθησε νὰ τὸ περάσῃ. Τὸ μόνο
ποὺ θέλει εἶναι νὰ μείνῃ στὸ κάθισμά του καὶ νὰ τὸν ἐξυπηρετήσουν. Τὸ χάσμα εἶναι «ἐστηριγμένο» ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀρνεῖται νὰ σηκωθῇ. Ἡ πόρτα τῆς κόλασης, ἔλεγε ἕνας,
κλειδώνεται πάντα ἀπὸ μέσα.
Καὶ τώρα
ρωτῆστε τὸν ἑαυτό σας —χαμηλόφωνα, γιατὶ τσούζει— πόσες φορὲς προσευχόμαστε κι ἐμεῖς ἔτσι.
«Κύριε, στεῖλε
μου.» Στεῖλε μου ὑγεία, στεῖλε μου λύση, στεῖλε μου τὸν τάδε νὰ μὲ βοηθήσῃ, τακτοποίησέ μου τὴν κατάσταση. Σηκώνουμε τὸ χέρι πρὸς τὸν οὐρανὸ ὅπως ὁ
πελάτης πρὸς τὸν σερβιτόρο — χωρὶς νὰ κοιτάξουμε, σίγουροι ὅτι ἡ δουλειὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ μᾶς φέρνῃ τὸν δίσκο. Καὶ σπάνια, πολὺ σπάνια, μᾶς περνάει ἀπ' τὸ μυαλὸ ὅτι ἴσως ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι
παραγγελία, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο:
ἐμεῖς νὰ σηκωθοῦμε ἀπ' τὸ τραπέζι καὶ νὰ πᾶμε ἐκεῖ ποὺ
στέκει, ἀπ' ἔξω, στὴν πύλη, κάποιος Λάζαρος μὲ ὄνομα.
Γιατὶ αὐτὴ εἶναι,
στὸ τέλος, ἡ διαφορὰ τῶν δύο ἀνθρώπων. Ὁ ἕνας
περίμενε σ' ὅλη του
τὴ ζωὴ νὰ τὸν ἐξυπηρετοῦν, καὶ βρέθηκε μόνος. Ὁ ἄλλος δὲν ζήτησε ποτὲ τίποτε —οὔτε μέσα στὴν παραβολὴ δὲν
βγάζει λέξη, ὁ
Λάζαρος, δὲν
παραπονιέται, δὲν
παραγγέλνει, σωπαίνει— καὶ
βρέθηκε στὴν ἀγκαλιά. Ὁ κόσμος σήμερα μᾶς μαθαίνει νὰ εἴμαστε καλοὶ πελάτες: νὰ ἀπαιτοῦμε, νὰ ἐξυπηρετούμαστε, νὰ ἔχουμε τὸν δίσκο μπροστά μας. Τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ζητάει κάτι πιὸ ταπεινὸ καὶ πιὸ ἐλεύθερο: νὰ σηκωθοῦμε ἀπ' τὸ
τραπέζι ὅσο εἶναι ἀκόμη ἀνοιχτὸ τὸ μαγαζί. Πρὶν σβήσουν τὰ φῶτα, καὶ μᾶς βροῦν νὰ σηκώνουμε ἀκόμη τὸ χέρι σ' ἕναν σερβιτόρο ποὺ ἔφυγε.
Ex Grege

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου