Ἡ ἀντικειμενικότητα εἶναι βασικὴ ἀρχὴ κάθε ἐπιστήμης καὶ δὲν
θὰ μποροῦσε νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴ σχολὴ τοῦ Φρόυντ, τοῦ πατέρα
τῆς ψυχανάλυσης. Ο Viktor Frankl, καθηγητὴς τῆς ψυχιατρικῆς
στὴ Βιέννη καὶ ἱδρυτὴς τῆς σχολῆς τῆς λογοθεραπείας, κριτικάροντας
τὴ σχολὴ τῆς ψυχανάλυσης, γράφει:
«Ἡ ψυχανάλυση δὲν υἱοθέτησε ἁπλῶς τὴν ἀντικειμενικότητα – ὑποτάχτηκε
σ’ αὐτήν. Ἡ ἀντικειμενικότητα ὁδήγησε σὺν τῷ χρόνῳ στὴν ἀντικειμενοποίηση,
ἢ τὸν ὑποβιβασμὸ τοῦ ἀνθρώπου σὲ πράγμα. Μὲ ἄλλα λόγια, μετέτρεψε
τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο σὲ ἀντικείμενο, τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα σὲ πράγμα.
Ἡ ψυχανάλυση θεωρεῖ τὸν ἄρρωστο ὡς κάτι τὸ κυβερνώμενο ἀπὸ “μηχανισμούς”,
καὶ ἀντιλαμβάνεται τὸν θεραπευτὴ ὡς τὸ πρόσωπο ποὺ ξέρει πῶς νὰ χειρίζεται
αὐτοὺς τοὺς μηχανισμούς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ξέρει τὴν τεχνικὴ τῆς διορθώσεως
τῶν διαταραχθέντων μηχανισμῶν.
Πίσω ὅμως ἀπὸ μία ἑρμηνεία τῆς ψυχοθεραπευτικῆς ὡς ἁπλῆς τεχνικῆς
καραδοκεῖ ὁ κυνισμός. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν θεραπευτὴ ὡς ἁπλὸ τεχνικό, μόνο ἂν δοῦμε
πρῶτα τὸν ἄρρωστο ὡς ἕνα εἶδος μηχανῆς. Μόνο ἕνας ἄνθρωπος
μηχανή, θὰ ἔλεγα, χρειάζεται ἕνα γιατρὸ τεχνικό».




























