Η Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος καθιέρωσε την
τιμή προς την Παρθένο Μαρία;
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Μερικές φορές ακούγεται η κατηγορία ότι η τιμή
προς την Παρθένο Μαρία, τη Μητέρα του Κυρίου, εμφανίσθηκε τάχα ξαφνικά τον 5ο
αιώνα και επιβλήθηκε από τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο το 431 μ.Χ. Η
άποψη αυτή δεν αντέχει σε σοβαρή ιστορική και θεολογική εξέταση. Η Σύνοδος της
Εφέσου δεν «εφηύρε» την τιμή προς τη Θεοτόκο, ούτε εισήγαγε κάποια νέα
«λατρεία» προς το πρόσωπό της. Εκείνο που έκανε ήταν να υπερασπισθεί την ήδη
υπάρχουσα πίστη της Εκκλησίας απέναντι στη Νεστοριανική κακοδοξία.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι απολύτως σαφής: λατρεία
αποδίδεται μόνο στον Τριαδικό Θεό. Στην Παναγία αποδίδεται τιμή, σεβασμός και
τιμητική προσκύνηση, επειδή είναι η Μητέρα του σαρκωμένου Υιού και Λόγου του
Θεού. Δεν τιμάται ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά ακριβώς επειδή σχετίζεται με
το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως. Η τιμή προς τη Θεοτόκο είναι βαθιά Χριστολογική:
όταν η Εκκλησία ομολογεί τη Μαρία ως Θεοτόκο, ομολογεί ότι Αυτός που γεννήθηκε
από αυτήν δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Θεός Λόγος που έγινε
άνθρωπος.
Τι ακριβώς αποφάσισε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος;
Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην Έφεσο το 431 μ.Χ., κυρίως για να αντιμετωπίσει τη διδασκαλία του Νεστορίου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο Νεστόριος δίσταζε ή αρνείτο να ονομάζει τη Μαρία «Θεοτόκο» και προτιμούσε τον όρο «Χριστοτόκος». Η αντίρρηση δεν ήταν απλώς γλωσσική. Πίσω από αυτήν κρυβόταν ένα σοβαρό Χριστολογικό πρόβλημα: ο Νεστόριος έτεινε να χωρίζει τόσο πολύ τη θεία και την ανθρώπινη φύση του Χριστού, ώστε να φαίνεται σαν να υπάρχουν δύο πρόσωπα, ο άνθρωπος Ιησούς και ο Θεός Λόγος, ενωμένα μόνο ηθικά ή εξωτερικά.
Η Εκκλησία, με κύριο θεολογικό εκφραστή τον άγιο
Κύριλλο Αλεξανδρείας, απάντησε ότι ο Χριστός είναι ένα Πρόσωπο, ο Υιός και
Λόγος του Θεού, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Η Παρθένος Μαρία δεν γέννησε
τη θεότητα ως θεότητα — κάτι τέτοιο θα ήταν βλάσφημο και παράλογο — αλλά
γέννησε κατά σάρκα τον Θεό Λόγο που ενανθρώπησε. Γι’ αυτό ονομάζεται Θεοτόκος.
Στην «Έκθεση Πίστεως των Διαλλαγών» (433 μ.Χ.)
διατυπώθηκε με σαφήνεια ότι ομολογούμε «ένα Χριστό, ένα Υιό, ένα Κύριο» και ότι
ομολογούμε την αγία Παρθένο Θεοτόκο, επειδή ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε και
ενανθρώπησε από αυτήν.
Άρα, η Σύνοδος της Εφέσου δεν είπε: «Από σήμερα θα
τιμούμε τη Μαρία». Είπε ουσιαστικά: «Η Εκκλησία πάντοτε πίστευε ότι ο Θεός
Λόγος σαρκώθηκε και έγινε αληθινά άνθρωπος· γι’ αυτό και η Μητέρα Του
ονομάζεται αληθινά Θεοτόκος».
Η Αγία Γραφή ως βάση της τιμής προς τη Θεοτόκο
Η Καινή Διαθήκη δεν παρουσιάζει τη Θεοτόκο με
εκτενή βιογραφικό τρόπο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι την αγνοεί. Οι αναφορές
είναι λίγες αλλά θεολογικά σημαντικές.
Στον Ευαγγελισμό, η Παρθένος απαντά στον άγγελο: «Ἰδοὺ
ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λκ. 1,38). Με αυτήν την υπακοή
της εισέρχεται ελεύθερα στο σχέδιο της θείας οικονομίας. Δεν είναι ένα παθητικό
όργανο, αλλά πρόσωπο που απαντά με πίστη και συνεργασία.
Η Ελισάβετ την αποκαλεί «Μητέρα του Κυρίου μου»
(Λκ. 1,43). Για έναν πιστό Ιουδαίο, ο τίτλος «Κύριος» έχει ιδιαίτερη βαρύτητα,
επειδή συνδέεται με τον Θεό. Επίσης η ίδια η Παναγία προφητεύει: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ
τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λκ. 1,48). Η τιμή προς τη Θεοτόκο δεν
είναι λοιπόν αυθαίρετη προσθήκη, αλλά εκπλήρωση αυτού του ευαγγελικού λόγου.
Στις Πράξεις των Αποστόλων η Μαρία βρίσκεται μαζί
με τους Αποστόλους στο υπερώο, πριν από την Πεντηκοστή (Πρ. 1,14). Η παρουσία
της στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα δείχνει ότι δεν εξαφανίζεται μετά τη
Σταύρωση του Χριστού, αλλά παραμένει μέσα στην καρδιά της Εκκλησίας.
Η αναφορά στην Παρθένο Μαρία στο Σύμβολο της
Πίστεως
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, το 325 μ.Χ.,
διακήρυξε με σαφήνεια τη θεότητα του Υιού: ο Χριστός είναι «ὁμοούσιος τῷ
Πατρί». Η διατύπωση αυτή ήταν αναγκαία για την απόκρουση του Αρειανισμού, ο
οποίος υποβίβαζε τον Υιό σε κτίσμα. Το αρχικό Σύμβολο της Νίκαιας δεν
αναφέρεται ονομαστικά στη Μαρία ούτε αναπτύσσει ιδιαίτερη Μαριολογική θεολογία·
θέτει όμως το αποφασιστικό Χριστολογικό θεμέλιο: εκείνος που σαρκώθηκε και
έγινε άνθρωπος είναι αληθινός Θεός.
Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, το
381 μ.Χ., διατύπωσε πληρέστερα την ομολογία της ενανθρωπήσεως, την οποία
ομολογεί η Εκκλησία μέχρι σήμερα: «τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν
σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας
τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα». Αν και εδώ δεν χρησιμοποιείται ο τίτλος
«Θεοτόκος», η αναφορά στη Μαρία εντάσσεται καθαρά στο μυστήριο της
ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού.
Η φράση αυτή είναι πολύ σημαντική. Πριν από την
Έφεσο, η Εκκλησία ήδη ομολογεί λειτουργικά και συνοδικά ότι ο Υιός του Θεού
σαρκώθηκε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου». Η Γ΄ Οικουμενική
Σύνοδος έρχεται ως φυσική συνέχεια αυτής της πίστεως. Αν ο σαρκωθείς είναι ο
Υιός του Θεού, τότε η Μαρία είναι αληθινά Θεοτόκος.
Οι πρώτοι Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς
Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας
Στις αρχές του 2ου αιώνα, ο άγιος Ιγνάτιος
Αντιοχείας επιμένει ότι ο Χριστός γεννήθηκε αληθινά από τη Μαρία. Αυτό ήταν
ιδιαίτερα σημαντικό απέναντι στους Δοκήτες, οι οποίοι έλεγαν ότι ο Χριστός
φαινομενικά μόνο είχε σώμα. Ο Ιγνάτιος δεν αναπτύσσει ακόμη Μαριολογική
θεολογία με μεταγενέστερους όρους, αλλά η αναφορά του στη γέννηση από τη Μαρία
είναι ήδη ομολογία της πραγματικής Ενανθρωπήσεως.
Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυς
Ο άγιος Ιουστίνος, τον 2ο αιώνα, συνδέει τη Μαρία
με την Εύα. Η Εύα, ήταν παρθένος, δέχθηκε τον λόγο του όφεως και οδηγήθηκε στην
παρακοή, ενώ η Μαρία, ως Παρθένος, δέχθηκε με πίστη τον λόγο του Θεού. Εδώ
βρίσκεται η αρχή της γνωστής Πατερικής αντιπαραβολής: Εύα – Μαρία.
Η σημασία αυτής της σύγκρισης είναι μεγάλη. Η
Μαρία δεν παρουσιάζεται απλώς ως βιολογική μητέρα του Ιησού, αλλά ως πρόσωπο
που με την υπακοή της συνδέεται με την αποκατάσταση του ανθρώπου.
Άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου (Λυών)
Ο άγιος Ειρηναίος, στα τέλη του 2ου αιώνα,
αναπτύσσει ακόμη περισσότερο αυτή τη θεολογία. Γράφει ότι ο δεσμός της παρακοής
της Εύας λύθηκε με την υπακοή της Μαρίας. Όπως η Εύα έγινε αφορμή θανάτου με
την ανυπακοή της, έτσι η Μαρία έγινε, μέσα στο σχέδιο του Θεού, αφορμή σωτηρίας
με την υπακοή της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Μαρία σώζει ανεξάρτητα από
τον Χριστό. Σωτήρας είναι μόνο ο Χριστός. Σημαίνει όμως ότι η Εκκλησία ήδη από
τον 2ο αιώνα βλέπει τη Μαρία να κατέχει εξέχουσα θέση μέσα στο μυστήριο της
σωτηρίας και δεν την θεωρεί ένα τυχαίο πρόσωπο της ιστορίας.
Τερτυλλιανός
Ο Τερτυλλιανός, στις αρχές του 3ου αιώνα,
πολεμώντας γνωστικές και μαρκιωνιτικές αντιλήψεις, τονίζει ότι ο Χριστός
γεννήθηκε πραγματικά από τη Μαρία. Και εδώ η Μαρία λειτουργεί ως μάρτυρας της
αληθινής ανθρώπινης φύσεως του Χριστού. Αν ο Χριστός δεν έλαβε αληθινή σάρκα
από τη Μαρία, τότε δεν προσέλαβε αληθινά την ανθρώπινη φύση μας.
Ωριγένης
Στον Ωριγένη, κατά την εκκλησιαστική παράδοση,
αποδίδεται από νωρίς η χρήση του όρου «Θεοτόκος». Η Μαρία δεν είναι πλέον απλώς
«η μητέρα του Ιησού» με ιστορική έννοια, αλλά η Παρθένος μέσω της οποίας ο Θεός
Λόγος εισέρχεται στην ανθρώπινη ιστορία.
Ο όρος «Θεοτόκος» πριν από την Έφεσο
Ο ισχυρισμός ότι ο όρος «Θεοτόκος» εμφανίσθηκε για
πρώτη φορά το 431 μ.Χ. είναι λανθασμένος. Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος τον
επικύρωσε δογματικά, αλλά δεν τον δημιούργησε.
Πριν από τη Σύνοδο της Εφέσου, ο τίτλος «Θεοτόκος»
δεν ήταν άγνωστος στην Εκκλησία. Η χρήση του μαρτυρείται με βεβαιότητα σε
μεγάλους Πατέρες του 4ου αιώνα, όπως ο Μέγας Αθανάσιος και ο άγιος Γρηγόριος ο
Θεολόγος, ενώ παλαιότερες ή αποδιδόμενες μαρτυρίες συνδέουν τον όρο και με
εκκλησιαστικούς συγγραφείς όπως ο Ωριγένης, ο Διονύσιος Αλεξανδρείας, ο
Γρηγόριος ο Θαυματουργός και ο Μεθόδιος Πατάρων. Ο όρος «Θεοτόκος» δεν
γεννήθηκε στην Έφεσο, αλλά είχε ήδη θέση στην εκκλησιαστική γλώσσα και πίστη.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του
αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος ήδη τον 4ο αιώνα γράφει ότι όποιος δεν
δέχεται την αγία Μαρία ως Θεοτόκο απομακρύνεται από την ορθή πίστη περί της
θεότητας του Χριστού. Η φράση αυτή δείχνει ότι ο τίτλος Θεοτόκος είχε καθαρά
Χριστολογικό περιεχόμενο: δεν υψώνει τη Μαρία ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά
προστατεύει την ομολογία ότι ο γεννηθείς από αυτήν είναι ο ίδιος ο Θεός Λόγος
σαρκωμένος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μαρτυρία του
Θεοδωρήτου Κύρου, ο οποίος αναφέρει ότι οι παλαιοί κήρυκες της ορθοδόξου
πίστεως, σύμφωνα με την Αποστολική παράδοση, δίδαξαν να ονομάζεται Θεοτόκος η
Μητέρα του Κυρίου. Έτσι φαίνεται ότι η Εκκλησία αντιλαμβανόταν την απόφαση της
Εφέσου όχι ως εισαγωγή νέας διδασκαλίας, αλλά ως διαφύλαξη και δογματική
διατύπωση της παραδεδομένης πίστεως.
Απόκρυφα κείμενα και πρώιμη ευλάβεια
Τα απόκρυφα κείμενα δεν έχουν το κύρος της Αγίας
Γραφής και δεν θεμελιώνουν από μόνα τους δόγμα. Παρ’ όλα αυτά έχουν ιστορική
αξία, επειδή φανερώνουν τι απασχολούσε τις χριστιανικές κοινότητες και ποια
πρόσωπα τιμούσαν.
Το σημαντικότερο κείμενο εδώ είναι το
Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, έργο του 2ου αιώνα. Εκεί βρίσκουμε εκτενείς
διηγήσεις για τη γέννηση της Μαρίας, τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα, την
αφιέρωσή της στον Ναό, την παρθενία της και την θαυμαστή γέννηση του Χριστού. Η
Εκκλησία δεν δέχεται το κείμενο αυτό ως κανονικό Ευαγγέλιο, όμως ορισμένα
στοιχεία του επηρέασαν την υμνολογία και τον εορτολογικό κύκλο, όπως το
Γενέσιον και τα Εισόδια της Θεοτόκου.
Αυτό δείχνει ότι ήδη από τον 2ο αιώνα υπάρχει
έντονο ενδιαφέρον για το πρόσωπο της Παρθένου. Η Μαρία δεν εμφανίζεται ξαφνικά
στην ευσέβεια του 5ου αιώνα. Η μνήμη της υπάρχει ζωντανή, και η τιμή προς αυτήν
υπάρχει, αναπτύσσεται και εκφράζεται με διάφορους τρόπους.
Λειτουργικές μαρτυρίες πριν από τη Γ΄ Οικουμενική
Σύνοδο
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αρχαία προσευχή «Ὑπὸ τὴν
σὴν εὐσπλαγχνίαν», γνωστή στη Δύση ως Sub tuum praesidium. Το κείμενο αυτό σώζεται σε Αιγυπτιακό
πάπυρο και συχνά χρονολογείται στον 3ο αιώνα. Περιέχει τον τίτλο «Θεοτόκε» και
είναι άμεση δέηση προς την Παναγία:
«Ὑπὸ τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν καταφεύγομεν, Θεοτόκε· τὰς
ἡμῶν ἱκεσίας μὴ παρίδῃς ἐν περιστάσει, ἀλλ’ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, μόνη ἁγνή,
μόνη εὐλογημένη».
Αυτό είναι πολύ ισχυρή ένδειξη. Πριν από το 431,
οι χριστιανοί προσεύχονται ήδη στη Θεοτόκο ζητώντας την προστασία και την
πρεσβεία της. Αυτό δεν είναι λατρεία με την έννοια που ανήκει στον Θεό, αλλά
έκφραση τιμής και εμπιστοσύνης προς τη Μητέρα του Κυρίου.
Επίσης, η Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου, με παλαιό
λειτουργικό πυρήνα, μαρτυρεί τη χρήση του τίτλου Θεοτόκος στην ανατολική
λειτουργική παράδοση. Πρέπει βέβαια να είμαστε προσεκτικοί, επειδή τα
λειτουργικά κείμενα έχουν και μεταγενέστερες προσθήκες. Ωστόσο, είναι βέβαιο
ότι πριν από την Έφεσο η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας είχε ήδη ενσωματώσει τη
μνήμη και την τιμή της Παρθένου.
Οι Αποστολικές Διαταγές, κείμενο του 4ου αιώνα,
επίσης μαρτυρούν την πίστη στην πραγματική γέννηση του Χριστού από την Παρθένο.
Φανερώνουν ότι η μνήμη της ήταν οργανικά δεμένη με τη Χριστολογία και τη
λατρευτική συνείδηση και πράξη της Εκκλησίας. Στην Ευχαριστιακή ευχή που
παραδίδεται στο Η΄ βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών υπάρχει αναφορά στην
Παρθένο, όχι όμως ονομαστικά ως Μαρία ούτε με τον τίτλο Θεοτόκος. Η ευχή
ομολογεί ότι ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε «ἐκ Παρθένου» και «ἐν γαστρὶ Παρθένου»,
συνδέοντας έτσι τη μνεία της Παρθένου με το μυστήριο της ενανθρωπήσεως.
Η Θεοτόκος στην αρχαία χριστιανική τέχνη
Η αρχαιολογία προσφέρει επίσης σημαντικές
μαρτυρίες. Στις κατακόμβες της Ρώμης, και ιδίως στην Κατακόμβη της Πρισκίλλας,
υπάρχουν παραστάσεις που η παράδοση και πολλοί ερευνητές συνδέουν με την
Παναγία και το Θείο Βρέφος. Μία από τις γνωστότερες απεικονίζει γυναίκα καθιστή
με παιδί στην αγκαλιά και δίπλα της μορφή που δείχνει αστέρι, ερμηνευόμενη
συχνά ως προφήτης που παραπέμπει στη γέννηση του Μεσσία.
Υπάρχουν επίσης παραστάσεις της προσκύνησης των
Μάγων, όπου η Θεοτόκος εικονίζεται με τον Χριστό. Παρόμοιες απεικονίσεις
βρίσκονται σε άλλες ρωμαϊκές κατακόμβες, όπως της Δομιτίλλας, του Καλλίστου,
των Αγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου και της Αγίας Αγνής.
Η μορφή της Μητέρας με το Παιδί εμφανίζεται στη
χριστιανική τέχνη πολύ πριν από την Έφεσο. Η Παναγία βρίσκεται μέσα στην
εικαστική μνήμη των πρώτων χριστιανών ως Μητέρα του Σωτήρος.
Η Εκκλησία ξεχώριζε πάντοτε την τιμή από τη
λατρεία
Ένα από τα πιο συχνά λάθη είναι η σύγχυση ανάμεσα
στη λατρεία και την τιμή. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν λατρεύει τη Θεοτόκο. Τη
λατρεία την αποδίδει μόνο στον Θεό. Η Παναγία τιμάται ως η αγιότερη των
ανθρώπων, ως Μητέρα του Χριστού, ως η «κεχαριτωμένη», ως εκείνη που είπε το
μεγάλο «ναι» στην οικονομία του Θεού.
Αυτή τη διάκριση τη βρίσκουμε καθαρά και στους
Πατέρες. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου, πολεμώντας ακραίες τάσεις που έφθαναν σε
υπερβολές, επιμένει ότι η Μαρία πρέπει να τιμάται, ενώ η λατρεία ανήκει στον
Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Παρόμοια, ο άγιος Αμβρόσιος τονίζει ότι η
Μαρία ήταν «ναός του Θεού, όχι ο Θεός του ναού»· γι’ αυτό μόνο ο Θεός, ο οποίος
ενεργούσε μέσα στον ναό Του, πρέπει να λατρεύεται.
Αυτό εκφράζει ακριβώς την Ορθόδοξη ισορροπία. Η
Παναγία δεν είναι θεά. Δεν αντικαθιστά τον Χριστό. Δεν στέκεται παράλληλα προς
την Αγία Τριάδα. Τιμάται επειδή υπηρέτησε με ανεπανάληπτο τρόπο το μυστήριο της
Ενανθρωπήσεως.
Γιατί ο τίτλος «Θεοτόκος» είναι κυρίως
Χριστολογικός;
Ο τίτλος «Θεοτόκος» δεν δόθηκε στη Μαρία για να
υψώσει τη Μαρία έξω από το μυστήριο του Χριστού. Δόθηκε για να διαφυλάξει την
αλήθεια περί του Χριστού.
Αν η Μαρία είναι μόνο «Χριστοτόκος» με τη
Νεστοριανική έννοια, δηλαδή μητέρα ενός απλού ανθρώπου που ενώθηκε αργότερα με
τον Θεό Λόγο, τότε ο Χριστός διαιρείται. Τότε δεν έχουμε πραγματική
Ενανθρώπηση. Τότε ο Θεός δεν προσλαμβάνει αληθινά την ανθρώπινη φύση μας από
την πρώτη στιγμή της συλλήψεως.
Η Εκκλησία όμως ομολογεί ότι ο Υιός του Θεού έγινε
άνθρωπος αληθινά. Δεν κατοίκησε απλώς σε έναν άνθρωπο. Δεν χρησιμοποίησε τον
Ιησού ως όργανο. Ο ίδιος ο Λόγος έγινε σάρκα. Γι’ αυτό η Μαρία είναι Θεοτόκος:
όχι επειδή είναι αρχή της θεότητας, αλλά επειδή κυοφόρησε και γέννησε τον
ενανθρωπήσαντα Θεό Λόγο.
Η Εκκλησία τιμά τη Θεοτόκο επειδή αγαπά και
ομολογεί τον Χριστό. Όσο βαθύτερα κατανοεί κανείς ποιος είναι ο Χριστός, τόσο
καλύτερα κατανοεί γιατί η Μαρία ονομάζεται Θεοτόκος. Και όσο σωστότερα τιμά
κανείς τη Θεοτόκο, τόσο καθαρότερα οδηγείται προς τον Υιό της.
Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος λοιπόν δεν επέβαλε μια
νέα τιμή. Διακήρυξε την αλήθεια που η Εκκλησία ζούσε ήδη: ότι η Παρθένος Μαρία
είναι η Μητέρα του Κυρίου, η Θεοτόκος, η Αειπάρθενος, η Παναγία· όχι
αντικείμενο λατρείας, αλλά το πιο τιμημένο πρόσωπο της ανθρωπότητας, επειδή από
αυτήν έλαβε σάρκα ο Σωτήρας του κόσμου.
***
Did the Third
Ecumenical Council Establish the Honor Given to the Virgin Mary?
Sometimes one
hears the accusation that honor toward the Virgin Mary, the Mother of the Lord,
supposedly appeared suddenly in the fifth century and was imposed by the Third
Ecumenical Council at Ephesus in 431 AD. This view does not withstand serious
historical and theological examination. The Council of Ephesus did not “invent”
honor toward the Theotokos, nor did it introduce any new “worship” of her
person. What it did was defend the already existing faith of the Church against
the Nestorian false teaching.
The Orthodox
Church is entirely clear: worship is offered only to the Triune God. To the
Panagia are given honor, reverence, and veneration, because she is the Mother
of the incarnate Son and Word of God. She is not honored apart from Christ, but
precisely because she is connected with the mystery of the Incarnation. Honor
toward the Theotokos is deeply Christological: when the Church confesses Mary
as Theotokos, it confesses that the One born from her is not a mere man, but
God the Word Himself, who became man.
What Exactly
Did the Third Ecumenical Council Decide?
The Third
Ecumenical Council was convened in Ephesus in 431 AD, chiefly to address the
teaching of Nestorius, Patriarch of Constantinople. Nestorius hesitated, or
refused, to call Mary “Theotokos” and preferred the term “Christotokos.” The
objection was not merely linguistic. Behind it lay a serious Christological
problem: Nestorius tended to separate the divine and human natures of Christ so
strongly that it seemed as if there were two persons, the man Jesus and God the
Word, united only morally or externally.
The Church,
with Saint Cyril of Alexandria as its principal theological spokesman, answered
that Christ is one Person, the Son and Word of God, perfect God and perfect
man. The Virgin Mary did not give birth to the divinity as divinity — that
would be blasphemous and absurd — but she gave birth according to the flesh to
God the Word, who became incarnate. For this reason, she is called Theotokos.
In the “Formula
of Reunion” of 433 AD, it was stated clearly that we confess “one Christ, one
Son, one Lord,” and that we confess the holy Virgin as Theotokos, because God
the Word was made flesh and became man from her.
Therefore, the
Council of Ephesus did not say: “From today onward we shall honor Mary.” In
effect, it said: “The Church has always believed that God the Word was made
flesh and became truly man; for this reason, His Mother is truly called
Theotokos.”
Holy Scripture
as the Basis for Honor Toward the Theotokos
The New
Testament does not present the Theotokos in an extensive biographical way.
This, however, does not mean that it ignores her. The references are few, but
theologically significant.
At the
Annunciation, the Virgin answers the angel: “Behold, the handmaid of the Lord;
let it be to me according to your word” (Luke 1:38). Through this obedience,
she freely enters the plan of divine economy. She is not a passive instrument,
but a person who responds with faith and cooperation.
Elizabeth calls
her “the Mother of my Lord” (Luke 1:43). For a faithful Jew, the title “Lord”
carries particular weight, because it is connected with God. Also, the Panagia
herself prophesies: “For behold, from now on all generations will call me
blessed” (Luke 1:48). Honor toward the Theotokos, then, is not an arbitrary
addition, but the fulfillment of this evangelical word.
In the Acts of
the Apostles, Mary is found with the Apostles in the upper room before
Pentecost (Acts 1:14). Her presence in the first ecclesial community shows that
she does not disappear after the Crucifixion of Christ, but remains within the
heart of the Church.
The Reference
to the Virgin Mary in the Creed
The First
Ecumenical Council at Nicaea, in 325 AD, clearly proclaimed the divinity of the
Son: Christ is “of one essence with the Father.” This formulation was necessary
in order to refute Arianism, which lowered the Son to the level of a creature.
The original Creed of Nicaea does not refer to Mary by name, nor does it
develop a special Mariological theology. Yet it lays the decisive
Christological foundation: the One who was made flesh and became man is true
God.
The Second
Ecumenical Council in Constantinople, in 381 AD, formulated more fully the
confession of the Incarnation, which the Church confesses to this day: “who for
us men and for our salvation came down from heaven, and was incarnate of the
Holy Spirit and the Virgin Mary, and became man.” Although the title
“Theotokos” is not used here, the reference to Mary is clearly placed within
the mystery of the Incarnation of the Son of God.
This phrase is
very important. Before Ephesus, the Church already confessed liturgically and
conciliarily that the Son of God was made flesh “of the Holy Spirit and the
Virgin Mary.” The Third Ecumenical Council comes as the natural continuation of
this faith. If the One made flesh is the Son of God, then Mary is truly
Theotokos.
The Early
Fathers and Ecclesiastical Writers
Saint Ignatius
of Antioch
At the
beginning of the second century, Saint Ignatius of Antioch insists that Christ
was truly born of Mary. This was especially important against the Docetists,
who claimed that Christ only seemed to have a body. Ignatius does not yet
develop Mariological theology in later terms, but his reference to the birth
from Mary is already a confession of the real Incarnation.
Saint Justin
Martyr
Saint Justin,
in the second century, connects Mary with Eve. Eve, who was a virgin, accepted
the word of the serpent and was led into disobedience, while Mary, as a Virgin,
accepted the word of God with faith. Here we find the beginning of the
well-known Patristic comparison: Eve – Mary.
The importance
of this comparison is great. Mary is not presented simply as the biological
mother of Jesus, but as a person who, through her obedience, is connected with
the restoration of humanity.
Saint Irenaeus
of Lyons
Saint Irenaeus,
at the end of the second century, develops this theology even further. He
writes that the knot of Eve’s disobedience was loosed through Mary’s obedience.
Just as Eve became a cause of death through her disobedience, so Mary became,
within the plan of God, a cause of salvation through her obedience.
This does not
mean that Mary saves independently of Christ. The only Savior is Christ. It
does mean, however, that already from the second century the Church sees Mary
as holding an eminent place within the mystery of salvation and does not
consider her an incidental person in history.
Tertullian
Tertullian, at
the beginning of the third century, fighting against Gnostic and Marcionite
ideas, stresses that Christ was truly born of Mary. Here too, Mary functions as
a witness to the true human nature of Christ. If Christ did not receive true
flesh from Mary, then He did not truly assume our human nature.
Origen
According to
ecclesiastical tradition, the early use of the term “Theotokos” is attributed
to Origen. Mary is no longer simply “the mother of Jesus” in a historical
sense, but the Virgin through whom God the Word enters human history.
The Term
“Theotokos” Before Ephesus
The claim that
the term “Theotokos” first appeared in 431 AD is mistaken. The Third Ecumenical
Council confirmed it dogmatically, but did not create it.
Before the
Council of Ephesus, the title “Theotokos” was not unknown in the Church. Its
use is certainly witnessed in great Fathers of the fourth century, such as
Athanasius the Great and Saint Gregory the Theologian, while older or
attributed testimonies connect the term with ecclesiastical writers such as
Origen, Dionysius of Alexandria, Gregory the Wonderworker, and Methodius of
Patara. The term “Theotokos” was not born at Ephesus, but already had a place
in ecclesiastical language and faith.
Especially
characteristic is the testimony of Saint Gregory the Theologian, who already in
the fourth century writes that whoever does not accept holy Mary as Theotokos
is separated from the correct faith concerning the divinity of Christ. This
phrase shows that the title Theotokos had clearly Christological content: it
does not exalt Mary apart from Christ, but protects the confession that the One
born from her is God the Word Himself made flesh.
Also of special
importance is the testimony of Theodoret of Cyrus, who states that the ancient
preachers of the Orthodox faith, according to Apostolic tradition, taught that
the Mother of the Lord should be called Theotokos. Thus it becomes clear that
the Church understood the decision of Ephesus not as the introduction of a new
teaching, but as the preservation and dogmatic formulation of the faith handed
down.
Apocryphal
Texts and Early Devotion
Apocryphal
texts do not have the authority of Holy Scripture and do not by themselves
establish dogma. Nevertheless, they have historical value, because they reveal
what concerned Christian communities and which persons they honored.
The most
important text here is the Protoevangelium of James, a work of the second
century. There we find extended narratives about the birth of Mary, her parents
Joachim and Anna, her dedication in the Temple, her virginity, and the wondrous
birth of Christ. The Church does not accept this text as a canonical Gospel,
but some of its elements influenced hymnography and the festal cycle, such as
the Nativity and the Entrance of the Theotokos.
This shows that
already from the second century there was strong interest in the person of the
Virgin. Mary does not suddenly appear in the devotion of the fifth century. Her
memory is alive, and honor toward her exists, develops, and is expressed in various
ways.
Liturgical
Witnesses Before the Third Ecumenical Council
Especially
important is the ancient prayer “Beneath your compassion,” known in the West as
Sub tuum praesidium. This text is preserved in an Egyptian papyrus and is often
dated to the third century. It contains the title “Theotokos” and is a direct
supplication to the Panagia:
“Beneath your
compassion we take refuge, O Theotokos; do not despise our petitions in time of
trouble, but deliver us from dangers, only pure one, only blessed one.”
This is a very
strong indication. Before 431, Christians were already praying to the
Theotokos, asking for her protection and intercession. This is not worship in
the sense that belongs to God, but an expression of honor and trust in the
Mother of the Lord.
Also, the
Liturgy of Saint James, with an ancient liturgical core, witnesses to the use
of the title Theotokos in the Eastern liturgical tradition. We must, of course,
be careful, because liturgical texts also contain later additions. However, it
is certain that before Ephesus the liturgical life of the Church had already
incorporated the memory and honor of the Virgin.
The Apostolic
Constitutions, a text of the fourth century, also witness to the faith in the
real birth of Christ from the Virgin. They show that her memory was organically
bound to Christology and to the worshipping consciousness and practice of the
Church. In the Eucharistic prayer transmitted in Book VIII of the Apostolic
Constitutions, there is a reference to the Virgin, though not by the name Mary
nor with the title Theotokos. The prayer confesses that God the Word was made
flesh “from a Virgin” and “in the womb of a Virgin,” thus connecting the
mention of the Virgin with the mystery of the Incarnation.
The Theotokos
in Ancient Christian Art
Archaeology
also offers important testimonies. In the catacombs of Rome, especially in the
Catacomb of Priscilla, there are images that tradition and many scholars
connect with the Panagia and the Divine Infant. One of the best-known
depictions shows a seated woman with a child in her arms, and beside her a
figure pointing to a star, often interpreted as a prophet referring to the
birth of the Messiah.
There are also
depictions of the Adoration of the Magi, where the Theotokos is shown with
Christ. Similar images are found in other Roman catacombs, such as those of
Domitilla, Callixtus, Saints Peter and Marcellinus, and Saint Agnes.
The figure of
the Mother with the Child appears in Christian art long before Ephesus. The
Panagia is present in the visual memory of the early Christians as the Mother
of the Savior.
The Church
Always Distinguished Honor from Worship
One of the most
common mistakes is the confusion between worship and honor. The Orthodox Church
does not worship the Theotokos. Worship is offered only to God. The Panagia is
honored as the holiest of human beings, as the Mother of Christ, as the “full of
grace,” as the one who said the great “yes” to the economy of God.
We find this
distinction clearly in the Fathers. Saint Epiphanius of Cyprus, combating
extreme tendencies that reached excesses, insists that Mary must be honored,
while worship belongs to the Father, the Son, and the Holy Spirit. Similarly,
Saint Ambrose stresses that Mary was “the temple of God, not the God of the
temple”; therefore only God, who was working in His temple, must be worshipped.
This expresses
exactly the Orthodox balance. The Panagia is not a goddess. She does not
replace Christ. She does not stand alongside the Holy Trinity. She is honored
because she served the mystery of the Incarnation in an unrepeatable way.
Why Is the
Title “Theotokos” Primarily Christological?
The title
“Theotokos” was not given to Mary in order to raise Mary outside the mystery of
Christ. It was given in order to preserve the truth about Christ.
If Mary is only
“Christotokos” in the Nestorian sense, that is, the mother of a mere man who
was later united with God the Word, then Christ is divided. Then we do not have
a real Incarnation. Then God does not truly assume our human nature from the
first moment of conception.
The Church,
however, confesses that the Son of God truly became man. He did not simply
dwell in a man. He did not use Jesus as an instrument. The Word Himself became
flesh. For this reason, Mary is Theotokos: not because she is the source of the
divinity, but because she bore in her womb and gave birth to the incarnate God
the Word.
The Church
honors the Theotokos because it loves and confesses Christ. The more deeply one
understands who Christ is, the better one understands why Mary is called
Theotokos. And the more rightly one honors the Theotokos, the more clearly one
is led to her Son.
Therefore, the
Third Ecumenical Council did not impose a new honor. It proclaimed the truth
that the Church was already living: that the Virgin Mary is the Mother of the
Lord, the Theotokos, the Ever-Virgin, the Panagia; not an object of worship,
but the most honored person of humanity, because from her the Savior of the
world received flesh.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου