|
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν
ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅς τις ἐποίησε γάμους
τῷ υἱῷ αὐτοῦ· |
Είπε ο Κύριος την παραβολή
αυτή: «Η βασιλεία των ουρανών
μοιάζει μ’ ένα βασιλιά, που έκανε το γάμο του γιου του. |
|
καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ
καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους· καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. |
Έστειλε τους δούλους του να
φωνάξουν τους καλεσμένους στο γάμο, εκείνοι όμως δεν ήθελαν να έρθουν. |
|
Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους,
λέγων· Εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· Ἰδοὺ, τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου
καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. |
Έστειλε ξανά άλλους δούλους
λέγοντάς τους: «να πείτε στους καλεσμένους: έχω ετοιμάσει το γεύμα, έχω
σφάξει τους ταύρους και τα θρεφτάρια, κι όλα είναι έτοιμα· ελάτε στο γάμο». |
|
Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον· ὁ
μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· |
Οι καλεσμένοι όμως αδιαφόρησαν
και πήγαν άλλος στο χωράφι του κι άλλος στο εμπόριό του. |
|
οἱ δὲ λοιποὶ, κρατήσαντες τοὺς
δούλους αὐτοῦ, ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. |
Οι υπόλοιποι έπιασαν τους
δούλους του, τους κακοποίησαν και τους σκότωσαν. |
|
Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος,
ὠργίσθη· |
Όταν το άκουσε ο βασιλιάς
εκείνος, θύμωσε· |
|
καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ,
ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους, καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. |
έστειλε το στρατό του κι
αφάνισε εκείνους τους φονιάδες και πυρπόλησε την πόλη τους. |
|
Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ·
Ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι. |
Τότε λέει στους δούλους του:
«το τραπέζι του γάμου είναι έτοιμο, μα οι καλεσμένοι δε φάνηκαν άξιοι. |
|
Πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους
τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἂν εὕρητε, καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. |
Πηγαίνετε στα σταυροδρόμια
κι όσους βρείτε καλέστε τους στους γάμους”. |
|
Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι
εἰς τὰς ὁδοὺς, συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, |
Βγήκαν οι δούλοι στους
δρόμους και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, |
|
πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς. |
κακούς και καλούς. |
|
καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. |
Η αίθουσα του γάμου γέμισε
από συνδαιτυμόνες. |
|
εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι
τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· |
Μπήκε κι ο βασιλιάς για να
δει τους συνδαιτυμόνες, κι εκεί είδε κάποιον που δεν ήταν ντυμένος με τη
γαμήλια φορεσιά. |
|
καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς
εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. |
“Φίλε”, του λέει, “πώς
μπήκες εδώ χωρίς το κατάλληλο ντύσιμο;” Εκείνος έχασε τη λαλιά του. |
|
Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς
διακόνοις· Δήσαντες αὐτοῦ χεῖρας καὶ πόδας, ἄρατε αὐτὸν, καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ
σκότος τὸ ἐξώτερον· |
Τότε ο βασιλιάς είπε στους
υπηρέτες: «δέστε του τα πόδια και τα χέρια και πάρτε τον και βγάλτε τον έξω
στο σκοτάδι”· |
|
ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ
βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. |
εκεί θα κλαίει και θα τρίζει
τα δόντια του. |
|
Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι
δὲ ἐκλεκτοί. |
Γιατί πολλοί είναι οι
καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί». |
https://imks.gr/wp-content/uploads/2013/02/leitoyrgia_ioannou_xrysostomou-metafrasi.pdf
https://drive.google.com/file/d/1JjnJ2UpoQSnsu-gCWTjC3iJQnYIEMoSH/view?usp=sharing
ΚΑΙ
https://drive.google.com/file/d/1Nq_RN7eW0OmhyUkpAX6Y2Xd_nnTUM8W2/view?usp=sharing


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου