Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ
Ὑπὸ Ἀκακαίου τοῦ Σαββαΐτου (ΙΓ΄ αἰ.)
«Ὑπῆρχεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν κάποιο ἀνδρῶον μοναστήριον λεγόμενον τοῦ Ἀβάσσου(*). Ἡ ὀνομασία του αὐτὴ ἴσως νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ κτίτορος, ὅμως ἦταν ἀφιερωμένον εἰς τὴν Ὑπερένδοξον Δέσποιναν ἡμῶν, τὴν Θεοτόκον, ἡ ὁποία ἐκεῖ ὀνομάζεται «Ἀβασσιώτισσα» καὶ ἐπιτελεῖ πάμπολλα θαύματα. Συνήθιζαν λοιπὸν ὅλοι οἱ καλλίφωνοι ψάλται νὰ μεταβαίνουν ἐκεῖ, διὰ τὴν ἀγρυπνίαν τοῦ «Ἀκαθίστου», ὡς λέγεται. Προκαλοῦσαν ὅμως θόρυβον καὶ μεγάλην ἀναταραχὴν εἰς τὸ μοναστήριον. Οἱ μοναχοὶ θέλοντες, κατὰ τὴν τάξιν, νὰ διαφυλάξουν τὴν κατάνυξιν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἀγανακτοῦσαν. Τὸ ἔθος ὅμως ἦτο παλαιόν, καὶ οἱ μοναχοὶ δὲν εἶχαν τί νὰ κάμουν.
Κάποτε λοιπὸν ἔγινε ἡγούμενος ἕνας πολὺ εὐλαβὴς καὶ ἐνάρετος ἱερεύς, πλὴν ἄμουσος. Αὐτὸς εἶπε πρὸς τοὺς μοναχοὺς τοῦ μοναστηρίου του: «Παιδιά μου, θέλω νὰ γνωρίζετε ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω τὴν κατ’ ἔθος προσέλευσιν ἐδῶ τῶν καλλιφώνων». Τότε, οἱ μοναχοὶ θυμωμένοι τοῦ ἀπήντησαν: «Ἂν κάμῃς ἔτσι, ποιός θὰ ψάλῃ τοὺς οἴκους;» Καὶ ὑποκρινόμενοι τὰ ἄφωνα ὄντα, τοῦ εἶπαν: «Ψάλε τους ἐσύ!». Ὁ ἡγούμενος μὲ ἁπλότητα τοὺς εἶπεν: «Ἐγώ, τέκνα μου, σὺν Θεῷ! Ἐγὼὰ προσφέρω εἰς τὸν Θεὸν ὁλόκληρον τὸ σέβας τῆς ἑορτῆς». Ὅταν λοιπὸν ἔφθασεν ἡ ἡμέρα, καὶἦλθεν ἡ νύκτα, εἶπεν ὁ ἡγούμενος πρὸς τὸν θυρωρὸν τοῦ μοναστηρίου: «Κλεῖσον μὲ ἀσφάλειαν τὴν πύλην, καὶ οὐδενὸς νὰ ἐπιτρέψῃς τὴν εἴσοδον, ἄλλως θὰ ἔχῃς ἐπιτίμιον». Ὁ θυρωρὸς ἀμέσως ἐπῆγε καὶ ἀσφάλισε τὴν πύλην, συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολήν. Ἦλθαν τότε οἱ καλλίφωνοι ἐμπρὸς εἰς τὸν πυλῶνα καί, ἐπειδὴ ηὗραν τὴν εἴσοδον κλειστήν, σκανδαλισθέντες ἔφυγαν, λέγοντες πολλὲς ἀπειλὲς κατὰ τῶν μοναχῶν. Ἀλλὰ καὶ κάποιοι μοναχοί, ἀπὸ ἐκείνους ὁπού συνανεστρέφοντο μὲ τοὺς καλλιφώνους, χάριν τῶν ὁποίων, λύοντες τὸν κανόνα τῆς νηστείας, ἔπιναν καὶ ἔτρωγαν μετ’ αὐτῶν, ἔλεγαν κρυφίως μεταξύ των, μὲ βαρεῖαν διάθεσιν κατὰ τοῦ ἡγούμενου: «Νὰ ἰδοῦμε, τί θὰ κάμῃ αὐτὸς ὁ ἄφωνος ἰχθύς!».














































